|
»»»
Τζαβάρας
Ξενοφών* Σύμβολα δήλωσης
προφοράς
Πιο κάτω παραθέτουμε τα σύμβολα που
χρησιμοποιούνται στην παρούσα εργασία για την κατά το δυνατόν ακριβέστερη
απεικόνιση της προφοράς του Ιμβριακού Ιδιώματος. Αυτά, μαζί με παραδείγματα τόσο
από την Νεοελληνική Κοινή όσο και από άλλες γλώσσες για την πληρέστερη κατανόησή
τους, είναι τα εξής1:
|
 |
| ζ^: |
γαλλ.
jardin, gymnastique |
| κ^ :
|
κερί,
κόκκινος |
|
|
ελιά, ήλιος |
|
|
εννιά, νιώθω |
| ξ^: |
τουρκ.
akşam
(κ + σ^) |
| σ^, ς^: |
γαλλ.
ch (acheter) ή γερμ.
sch
(schon) ή τουρκ.
ş
(şapka) |
| χ^: |
χέρι,
χύνω |
| ψ^: |
π
+ σ^ |
| τζ^: |
|
| τσ^, τς^: |
τουρκ.
çift
(τ + σ^) |
|
1. Εισαγωγή
Σκοπός της παρούσης ανακοίνωσης είναι η εξέταση
και παρουσίαση των αρχαϊκών στοιχείων που απαντούν στο γλωσσικό ιδίωμα της
Ίμβρου. Το Ιμβριακό Ιδίωμα
2
(στο εξής: Ι.Ι.) αποτελεί μέρος των Νεοελληνικών (στο εξής: ΝΕ)
ιδιωμάτων
3
και πιο συγκεκριμένα των βορείων
4,
σύμφωνα με την γεωγραφική κατάταξη που προτάθηκε από τον Χατζιδάκι
5
βάσει της διαφορετικής εξέλιξης και πορείας των ατόνων φωνηέντων: /e/ (ε,
αι), /i/ (ι, η, υ, ει, οι),
/ο/ (ο, ω) και /u/ (ου).
Τα γλωσσικά στοιχεία που αποτελούν το Ι.Ι.,
καθώς και το σύνολο των ΝΕ ιδιωμάτων, δύνανται να διακριθούν σε δύο μεγάλες
κατηγορίες:
- Στοιχεία όμοια με αυτά της
Νεοελληνικής Κοινής (στο εξής: ΝΕ.Κ.), τα οποία, με τις αυτονόητες
διαφοροποιήσεις και αλλοιώσεις που επήλθαν στην προφορά τους ως συνέπεια
εφαρμογής γλωσσικών νόμων, αποτελούν τον βασικό κορμό του Ι.Ι. τοποθετώντας
αυτό μαζί με τα υπόλοιπα ΝΕ ιδιώματα στους κόλπους της ενιαίας και
ομοιογενούς ιστορικής και γλωσσικής παρακαταθήκης της ΝΕ.Κ. και
- Στοιχεία διαλεκτικά, ιδιωματικά,
τα οποία, λειτουργώντας ως μανδύας επί του βασικού κορμού του Ι.Ι.,
επενδύουν αυτόν γλωσσικά χαρακτηρίζοντας και χρωματίζοντας καίρια το εν λόγω
ιδίωμα και επιτυγχάνοντας με αυτόν τον τρόπο την διαφοροποίησή του τόσο από
τα υπόλοιπα ιδιώματα, όσο και από την ΝΕ.Κ., εξασφαλίζοντάς του έτσι μία
ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της γλώσσας μας.
Η σημασία και των δύο στοιχείων για το Ι.Ι.
είναι εμφανής: τα πρώτα ενώνουν, συνδέουν, καταδεικνύουν τους πάσης λογής
δεσμούς που υφίστανται μεταξύ του ιδιώματος αυτού και της Νέας Ελληνικής (στο
εξής: Ν.Ε.), ενώ τα δεύτερα διακρίνουν, διαχωρίζουν αυτό, προσδίδοντάς του την
ιδιαίτερη φυσιογνωμία που το χαρακτηρίζει.
Τα διαλεκτικά, διαφοροποιητικά αυτά στοιχεία,
τα επονομαζόμενα και ως «γλώσσαι»
6
, με την έννοια ότι πρόκειται για λέξεις άγνωστες στους πολλούς, οι οποίες
χρήζουν εξηγήσεως και ερμηνείας, μπορούν με την σειρά τους να διακριθούν, ως
προς την προέλευσή τους σε τουρκικά, μεσαιωνικά, λατινογενή ή τέλος αρχαία
ελληνικά (στο εξής: Α.Ε.).
Το Ι.Ι., παρόλη την μακραίωνη ιστορία του,
αποδείχθηκε ιδιαίτερα συντηρητικό καθώς διατήρησε πλήθος αρχαϊκών στοιχείων,
αντιπροσωπευτικό δείγμα των οποίων θα εξετάσουμε εφεξής.

2. Κύριο Μέρος
2.1. ΜΟΡΦΟ-ΦΩΝΟΛΟΓΙΚΟ
ΕΠΙΠΕΔΟ
7
Στο επίπεδο αυτό θα αναφερθούμε στα κυριότερα αρχαϊκά μορφήματα
8
– ελάχιστες σημασιολογικές μονάδες –, τα οποία διατηρήθηκαν είτε αυτούσια,
αναλλοίωτα είτε μερικώς διαφοροποιημένα εξαιτίας ορισμένων αλλοιώσεων
9
που οφείλονται σε φωνολογικές μεταβολές, μεταβολές δηλ. των φωνημάτων
10
μέσω των οποίων αντιπροσωπεύονται τα μορφήματα.
2.1.1. Μορφήματα αναλλοίωτα
1. Διατήρηση της ετυμολογικώς ορθότερης άσιγμης αρχαϊκής κατάληξης
διαφόρων επιρρημάτων επί των οποίων στην ΝΕ.Κ. προσετέθη το καταληκτικό –ς
11.
|
Α.Ε. |
Ι.Ι. |
ΝΕ.Κ |
|
οψέ |
’ψέ |
εψές |
|
κιόλα (<και όλα) |
κιόλα |
κιόλας |
2. Διατήρηση των Α.Ε. ρηματικών
καταλήξεων /-as, -a/ <-ας, α> και /-is, -i/ <-εις, -ει> στο β΄και
γ΄ενικό Παρατατικού των περισπωμένων (παλαιών συνηρημένων) ρημάτων σε –άω και
–έω αντιστοίχως, κατά την κλήση ρημάτων Α.Ε. ή μη προελεύσεως
12.
3. Διατήρηση περιστασιακά της
έρρινης Α.Ε. ονοματικής κατάληξης /-n/ <-ν> στην Αιτιατική Ενικού των
τρικατάληκτων (παλαιών δευτεροκλίτων) αρσενικών ουσιαστικών σε /-os/
<-ος> 13.
2.1.2.
Μορφήματα διαφοροποιημένα
1. Διατήρηση της Α.Ε. ρηματικής
κατάληξης /-pto/ <-πτω> υπό την μορφή /-ftu/ <-φτου>, κατόπιν
ανομοίωσης του άηχου κλειστού συμφώνου /p/ <π> εμπρός από το επίσης άηχο
κλειστό /t/ <τ>, με τροπή αυτού στο αντίστοιχο άηχο διαρκές /f/
<φ> και κώφωσης του ατόνου /-ο/ <-ω> σε /-u/ <-ου>
14.
2. Διατήρηση της Α.Ε. ρηματικής
κατάληξης /-so/ <-σσω> υπό την μορφή /-su/ <-σσου>, κατόπιν
κώφωσης του ατόνου /-ο/ <-ω> σε /-u/ <-ου>
15.
3. Διατήρηση της Α.Ε.
μεσο-παθητικής κατάληξης μετοχών /-umenos/ <-ούμενος> υπό την μορφή
/-uminus/ <-ούμινους>, κατόπιν κώφωσης των ατόνων /e/ <ε> και
/ο/ <ο> σε /i/ <ι> και /u/ <ου> αντιστοίχως, κατ΄ αναλογία προς
τις μετοχές των συνηρημένων ρημάτων σε –έω της Α.Ε
16.
4. Διατήρηση της άσιγμης Α.Ε.
ενεργητικής κατάληξης μετοχών στην Αιτιατική Ενικού του αρσενικού γένους
/-oda/ <-οντα> και /-όda/ <-ώντα> υπό την μορφή /-uda/
<-ουντα> και /-όda/ <-ώντα> αντιστοίχως, κατόπιν κώφωσης του
ατόνου /ο/ <ο> σε /u/ <ου>
17.
5. Διατήρηση της Α.Ε.
υποκοριστικής κατάληξης /-ion/ <-ιον> υπό την μορφή /-í/ <-ί> ή
/0/, κατόπιν αποβολής του ατόνου /i/ <i> κατά την παραγωγή υποκοριστικών
από λέξεις Α.Ε. ή μη προελεύσεως
18.
6. Διατήρηση της Α.Ε. ρηματικής
κατάληξης β΄πληθυντικού Παρατατικού και Αορίστου β΄ενεργητικής φωνής /-ete/
<-ετε> υπό την μορφή ./-iti/ <-ιτι>, κατόπιν κώφωσης των ατόνων
/e/ <ε> σε /i/ <ι>
19.
2.2.
ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ\
22
Στο επίπεδο αυτό θα εξετάσουμε
έναν σημαντικό αριθμό λέξεων
23
που προέρχονται από την Α.Ε. Αναλόγως του είδους της προέλευσής τους μπορούν να
διακριθούν σε άμεσες ή έμμεσες. Με τον όρο άμεσες νοούνται οι λέξεις του Ι.Ι. οι
οποίες, με ορισμένες φωνολογικές ή/και σημασιολογικές διαφοροποιήσεις, απαντούν
αυτούσιες στην Α.Ε. προερχόμενες έτσι άμεσα από αυτήν, ενώ με τον όρο έμμεσες
νοούνται λέξεις του Ι.Ι. οι οποίες δεν απαντούν αυτούσιες στην Α.Ε., αλλά που
προέρχονται κατά τρόπο έμμεσο από Α.Ε. στοιχεία.
Με την σειρά τους οι έμμεσες αυτές
λεξικές μονάδες του Ι.Ι. κατηγοριοποιούνται σε λέξεις πλήρους ή μερικής Α.Ε.
προέλευσης. Λέξεις πλήρους ή ολικής Α.Ε. προέλευσης είναι αυτές των οποίων όλα
τα στοιχεία προέρχονται από την Α.Ε. ενώ αντιστοίχως μερικής ή τμηματικής Α.Ε.
προέλευσης είναι οι λέξεις (σύνθετες ή παράγωγες)των οποίων το σύνολο των
στοιχείων δεν προέρχονται από την Α.Ε. αλλά μόνο ένα μέρος, ένα τμήμα αυτών,
αντλώντας έτσι στοιχεία και από άλλες γλώσσες και μάλιστα την Τουρκική
24.
ΣΧΗΜΑΤΙΚΗ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ
ΤΟΥ Ι.Ι. ΜΕ Α.Ε. ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ

2.2.1. Λέξεις άμεσης Α.Ε.
προέλευσης
1. ΡΗΜΑΤΑ
αλάζουμι [ < αρχ. ελαύνω ]
1.κωπηλατώ, 2.κάνω βόλτα. ανιρρ’φώ [ < αρχ. αναρροφέω-ω ]
αναρουφώ, ξανακαταπίνω. ανουρταλίζου [ < αρχ. ανορταλίζω ]
αναφτερουγίζω, χτυπώ τις φτερούγες μου. απουδέρνου [ < αρχ. αποδέρω
"χτυπώ γδέρνω εντελώς" ] χτυπώ δυνατά. απουκλειώ [ < αρχ.
αποκλείω ] αποκλείω. αρίζου [ < αρχ. ερίζω ] φιλονεικώ,
διαπληκτίζομαι. αρλυέμι [ < αρχ. ωρύομαι ] ουρλιάζω.
βαγγιλίζου [ < αρχ. ευαγγελίζομαι "φέρω καλές ειδήσεις" ] διαβάζω,
φυλάσσω το Ευαγγέλιο. γανώνου [ < αρχ. γανόω-ω ] γυαλίζω
χάλκινα σκεύη. γηρώ [ < αρχ. γηράω-ω ] γερνώ. ’γραίνου
[ < αρχ. υγραίνω ] μουσκεύω. δαμάζου [ < αρχ. δαμάζω ]
χτυπώ βίαια. διαλλάσσου [ < αρχ. διαλλάσσω "συνδιαλλάσσομαι" ]
διαβαίνω, περνώ. διαμιτρώ [ < αρχ. διαμετρω ] (κατά)μετρώ.
διχώ [ < αρχ. διχάζω "διαιρώ" ] εμποδίζω. ζ’γκιρνώ [ <
αρχ. συγκεράννυμι ] αναμειγνύω (ζεστό και κρύο νερό). ζ’γκλαίγου
[ < αρχ. συγκλαίω ] συλλυπούμαι. ζ’γκουλλιέμι [ < αρχ.
συγκολλάομαι – ωμαι ] εξαρτώμαι από κάποιον. κ^’τιάζου [ < αρχ.
κοιτάζω ] 1.βάζω στο κρεβάτι, 2.πάω στο κρεβάτι. καταπουνώ [ <
αρχ. καταπονέω-ω ] καταβάλλω, κουράζω, καταπονώ. λ^’γουρώ [ <
αρχ. ολιγορέω-ω "παραμελώ" ] μου λείπει πολύ (κάποιος), λιμπίζομαι, λαχταρώ.
λαλώ [ < αρχ. λαλέω-ω ] φωνάζω, μιλώ δυνατά. λέχου [ <
αρχ. ελέγχω ] ελέγχω. λιέμι [ < αρχ. αλάομαι – ωμαι ]
περιπλανιέμαι, γυρίζω άσκοπα. μαστίζου [ < αρχ. μαστίζω "μαστιγώνω,
δέρνω" ] βασανίζω, ταλαιπορώ. μέχουμι [ < αρχ. μάχομαι ]
διάκειμαι εχθρικώς. μιγαλύνου [ < αρχ. μεγαλύνω ] μεγαλώνω
(αμετβ. – μτβ.). μιταδένου [ < αρχ. μεταδέω "δένω διαφορετικά"
] λύνω ένα ζώο από ένα μέρος και το δένω σε ένα άλλο. μιταλλάσσου [ <
αρχ. μεταλλάσσω ] αλλάζω, εναλλάσσω. μιτέχου [ < αρχ. μετέχω
"συμμετέχω" ] (επί συζύγων) συνουσιάζομαι. ’μουλουγώ [ < αρχ.
ομολογω "συμφωνώ" ] μιλώ. νίφτου [ < αρχ. νίπτω ] πλένω.
νουγώ [ < αρχ. νοέω-ω ] κατανοώ, καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι.
’ξ^’πώ [ < αρχ. εκσυσπάω-ω ] ξαφνιάζομαι, τρομάζω.
ξανιστήνου [ < αρχ. εξανίστημι "ανεγείρω" ] ανασταίνω.
ξιμαργώνου [ < αρχ. εκμαργόω – ω "τρελαίνω" ] αναζωογονώ κάποιον που
παραλίγο να παγώσει. ξιπαίρνουμι [ < αρχ.εξεπαίρω "διεγείρω" ] γίνομαι
ψηλομύτης. ξιτσ’λώ [ < αρχ. εκτιλάω – ω ] εκκρίνω περιττώματα.
ξ^υώ [ < αρχ. ξύω ] ξύνω. παραθέτου [ < αρχ.
παρατίθημι "βάζω δίπλα" ] μαζεύω προς φύλαξη. παραμένου [ <
αρχ. παραμένω "μένω κοντά" ] ξαγρυπνώ στο πλευρό κάποιου. ’παρμέγου
[ < αρχ. απαμέλγω "βυζαίνω" ] σταματώ το άρμεγμα. ’πικαθιρίζου
[ < αρχ. αποκαθαίρω ] καθαρίζω. ’πισ^φίγγουμ’ [ < αρχ.
aποσφίγγω "συσφίγγω" ] σταματώ να σφίγγω, χαλαρώνω. ’πιτρίβου [ <
αρχ. αποτρίβω "καθαρίζω διά τριβής" ] σταματώ να τρίβω. προυσάφτου
[ < αρχ. προσάπτω "προσθέτω" ] ανάβω φωτιά με προσάναμμα. ριγώ
[ < αρχ. ριγόω-ω ] κρυώνω, ριγώ. σ^’ναλλάσσου [ < αρχ.
συναλλάσσω ] αλλάζω. φτ’ώ [ < αρχ. πτύω ] φτύνω. χριώ
[ |