|
»»»
'Αννα Τζιροπούλου -
Ευσταθίου
Σχετικά με το άρθρο το αναφερόμενο στην αμφισβητούμενη ορθογραφία ορισμένων λέξεων που δημοσιεύθηκε στο «Βήμα»
θα ήθελα να προσκομίσω
ορισμένες διαφορετικές μαρτυρίες διότι όπου υπάρχουν διχογνωμίες καλόν είναι να εξετάζονται και οι δύο εκδοχές· είναι κάτι που
ενδιαφέρει τους αναγνώστες, καθώς καλά γνωρίζω λόγω επαγγέλματος, και πράττετε άριστα που θίγετε συχνά παρόμοια θέματα. Ως προς τις λέξεις, λοιπόν, «κτήριον», «πιρούνι», «γλείφω», «εταιρεία», δεν υπάρχει «διχογνωμία», αφού ορθή γραφή τους υπήρξε ανέκαθεν η
αναφερόμενη, κάθε δε διαφορετική γραφή εθεωρείτο πάντοτε «ανορθογραφία». Σοβαρές αντιρρήσεις όμως υπάρχουν ως προς τις υπόλοιπες λέξεις για
τις κυριώτερες από τις οποίες θα προσπαθήσω να αναπτύξω όσο το δυνατόν συντομότερα τον βάσιμο αντίλογο.
1. Η λέξη «αυτί» πρέπει να γράφεται με «αυ», ο τύπος «αφτί» είναι πέρα για πέρα λανθασμένος. Δεν προέρχεται από την πραγματικά απίθανη εξέλιξη του
τύπου «ους, ωτός, ωτία, ταουτία, ταφτία» όπως υποστηρίχθηκε, αλλά από την εκφορά της δωρικής διαλέκτου όπου αντί «ους» έχουμε «αυς».
Ο λεξικογράφος Ησύχιος είναι σαφέστατος: «αυς, γενική αυτός. Κρήτες και Λάκωνες». Και ο Αδ. Κοραής
επεξηγεί: «ό γαρ οι άλλοι Ελληνες ους - ωτός
εκάλουν, τούτο Κρήτες και Λάκωνες αυς - αυτός
ωνόμαζον. Ως ουν παρά την ωτός γενικήν ωτίον γίνεται, ούτω και παρά την αυς γενική αυτός, το
αυτίον εσχημάτισται» (βλ. σχετικώς και το έγκριτο Λεξικό Liddel και Scott).
2. Η λέξη «αυγό» πρέπει κι αυτή να γράφεται με δίφθογγο «αυ» και όχι με «β». Ο τύπος «αβγό» είναι λάθος. Ο αρχαιότατος τύπος της λέξεως ήτο με
δίγαμμα: «ωFόν», εξ ου και το λατινικό Ovis, το ιταλ. Uovo, το ισπ. Huevo, το γαλλ. Oeuf. Ολες αυτές οι γλώσσες κρατούν την ιστορική ορθογραφία,
δηλαδή το δίγαμμα, το οποίον δίγαμμα στην ελληνική γλώσσα εξελίσσεται κατά κανόνα όταν δεν είναι
αρχικό σε γραφή με δίφθογγο. Ανάλογη περίπτωση η λέξη «βασιλεύς» της οποίας η αρχική μορφή ήτο «βασιλέFς».
3. Η λέξη «βρώμα» σαφώς και έχει ορθή γραφή με ωμέγα και όχι με όμικρον. Είναι μέγα σφάλμα να ετυμολογείται, όπως υπεστηρίχθη, από το αρχαίον
βρόμος, βρομώ, δηλ. κάνω κρότο... «...επειδή
ορισμένοι χαρακτηριστικοί κρότοι ακολουθούνται από δυσοσμία»! Αυτό είναι πέρα για πέρα
παρετυμολογία. Η λέξη «βρόμος» στην αρχ. ελληνική είναι λέξη καθαρά μεγαλοπρεπής και χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον τρομερό θόρυβο
της βοής του πυρός («πυρός πέλει βρόμος» Ιλ. Ξ 396), της τρικυμίας, των πολεμικών τυμπάνων, των ίππων, του ανέμου, των ηφαιστείων, της βροντής
(«νιφάδος βρόμος» Αισχ. Θηβ. 213)... πρβλ. «Ζευς Βρόμιος» κλπ. κλπ... Η λέξη «βρώμα» σημαίνει αρχικώς φαγητόν, εκ του ρ. βιβρώσκω. Πώς επήρε την
σημερινή της έννοια την τόσο απομακρυσμένη της αρχικής; από την παροιμιακή ρήση των γραφών «σκωλήκων βρώμα και
δυσωδία», εκεί δηλαδή που κάποτε θα καταλήξει ο άνθρωπος. Η εκδοχή είναι αρκετά αληθοφανής, αν λάβουμε υπ' όψιν μας ότι και σήμερα έτσι ακριβώς περιγράφεται η
συσσώρευση ρύπου: «βρώμα και δυσωδία». Ακόμη όμως και αν δεν δεχθούμε την εκδοχή αυτή, τα Λεξικά της Ελληνικής είναι
σαφέστατα και ως προς την δυσώδη έννοια του όρου «βρώμα», όταν αυτή δεν σημαίνει φαγητόν, πάντοτε όμως εκ του ρ. βιβρώσκω.
βρώμα:
α. Το τεμάχιον κρέατος που έχει προσαρτηθεί σε παγίδα ζώων (μετά από λίγο αρχίζει να όζει).
β. Καρκινώδης πληγή κατά τον Ιπποκράτη (άρα όζει).
γ. Διάβρωσις οδόντων, δηλαδή το χαλασμένο δόντι, (άρα όζει και πολύ άσχημα μάλιστα).
4. Ως προς την λέξη «αλλοιώς» πρέπει να γράφεται με «οι». Προέρχεται πράγματι από το αλλοίος - αλλοία - αλλοίον. Το επίρρημα είναι «αλλοίως» και
από αυτό γεννήθηκε το «αλλοιώς». Τύπος «αλλέως» που να δικαιολογεί την γραφή με ιώτα είναι ανύπαρκτος στην ελληνική γλώσσα, την
κλασσική.
5. Και ας τελειώσουμε με το «καλύτερος». Δεν πρέπει να γράφεται με -υ-. Κακώς υποστηρίζεται ότι «σχηματίζεται κατά τα συγκριτικά πλατύτερος,
παχύτερος, ταχύτερος». Τα επίθ. πλατύς, παχύς, ταχύς, είναι τριτόκλιτα και σχηματίζουν ορθώς τα παραθετικά τους σε -ύτερος. Το «καλός» όμως είναι
δευτερόκλιτο, δεν διαθέτει τύπο «καλύς». Διαθέτει όμως ιδιάζοντα παραθετικά: καλός, καλλίων, κάλλιστος απ' όπου και ο τύπος «καλλίτερος».
*η 'Αννα Τζιροπούλου-Ευσταθίου είναι φιλόλογος
και τακτικό μέλος της Ελληνικής Ακαδημίας του Μπιλμπάο
|