abnet.agrino.org  

coming up soon...

περιεχόμενα επικοινωνία σύνδεσμοι λήψεις forum μετάφραση συνεργασία
 » αρχή
   η ιστορία της γλώσσας
    η ελληνικότητα των κρητικών γραφών
    ο δίσκος της Φαιστού
    οι επιγραφές Δισπηλιού & Γιούρων
    η ΝΕ γλώσσα και η ιστορία της
    η μελέτη της ιστορίας της Ελληνικής
    η ελληνική γλώσσα στην αρχαιότητα
   γλώσσα & τεχνολογία
   διάλεκτοι στο χρόνο
   γραμματική & ορθογραφία
   η ελληνική, εκτός συνόρων
   ετυμολογία & θησαυρός
   το γλωσσικό ζήτημα
   διάφορα θέματα

   σχετική βιβλιογραφία
   ειδήσεις - ανακοινώσεις

 

Η μελέτη της ιστορίας
της ελληνικής γλώσσας
»»» του Γ. Μπαμπινιώτη

Η Μελέτη της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας ενδιαφέρει γενικότερα ως το μοναδικό παράδειγμα ζωντανής σήμερα γλώσσας με αδιάσπαστη προφορική Ο Γεώργιος Ν. Χατζηδάκις (1848 - 1941), θεμελιωτής της γλωσσικής επιστήμης στην Ελλάδα, πρώτος καθηγητής της Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (φωτ: Αρχείο Μαρίας Γ. Αναγνωστοπούλου). παράδοση 4.000 χρόνων και τουλάχιστον 3.000 χρόνων συνεχή γραπτή παράδοση. Μέσα δηλ. από την Ελληνική μπορεί κανείς να μελετήσει γλωσσολογικά πως εξελίσσεται ιστορικά η γλώσσα του ανθρώπου στον καίριο χώρο της Ευρώπης και σε σχέση με έναν λαό που καλλιέργησε τη γλώσσα όσο λίγοι. Επίσης, λόγω της παλαιότητάς της η Ελληνική χρησίμευσε - μαζί με την αρχαία Ινδική, τη Χεττιτική και τη Λατινική - ως βάση για τη μελέτη της εξέλιξης της ινδοευρωπαϊκής πρωτογλώσσας, στην οποία ανάγονται οι γλώσσες της Ευρώπης και, γενικότερα, της ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής οικογένειας.

Η έρευνα της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας ταυτίζεται με τον ιδρυτή της γλωσσικής επιστήμης στην Ελλάδα, τον πρώτο καθηγητή της Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τον Γεώργιο Ν. Χατζιδάκι (1848-1941), στη συμβολή του οποίου θα αναφερθούμε εκτενέστερα παρακάτω. Δύο 'Ελληνες μελετητές της γλώσσας αξίζει ιδιαίτερα να μνημονευθούν: ο Αδαμάντιος Κοραής (1748 - 1833) και ο Δημήτριος Μαυροφρύδης (1828-1866). 

Ο Αδαμάντιος Κοραής δεν υπήρξε επιστήμονας γλωσσολόγος (ούτε καν σπουδαγμένος φιλόλογος είχε σπουδάσει γιατρός!) Στη σπουδή της ελληνικής γλώσσας και μάλιστα στην ιστορική της διάσταση εισήλθε ο Κοραής από την πύλη της βαθιάς και εκτεταμένης γνώσης της γλώσσας των κειμένων αφενός και από το ενδιαφέρον του να νομιμοποιήσει ο Νέος Ελληνισμός τη δική του γλωσσική έκφραση, την "κοινή" γλώσσα, ώστε μέσα από αυτή να μορφωθεί (Διαφωτισμός) και να απελευθερωθεί από τον τουρκικό ζυγό. 'Ετσι ο Κοραής υπήρξε αυτοδίδακτος γλωσσολόγος, που μελέτησε τη συνέχεια αρχαίας και νέας ελληνικής γλώσσας, την ετυμολογική προέλευση των λέξεων της Νέας Ελληνικής και γενικότερα θέματα ιστορικής εξέλιξης και προέλευσης της Ελληνικής μέσα από τη γνωστή εκστρατεία του για καθαρισμό της Νέας Ελληνικής από τουρκικά και ιταλικά λεξιλογικά δάνεια. Σε δύο σειρές δημοσιευμάτων του ο Κοραής ασχολήθηκε με την ιστορία των λέξεων: στα "Ατακτα" (στους 3 από τους 5 τόμους) και στους "Αυτοσχέδιους Στοχασμούς".

Αντίθετα προς τον αποσπασματικό χαρακτήρα που είχε η ιστορική έρευνα του Κοραή, το έργο του Δημητρίου Μαυροφρύδη "Δοκίμιον ιστορίας της ελληνικής γλώσσης" αποτελεί την πρώτη ιστορία της ελληνικής γλώσσας που γράφτηκε από 'Ελληνα γλωσσολόγο. Ωστόσο, η θεωρητική βάση του έργου του, ότι κάθε ελληνική λέξη παράγεται απευθείας από αντίστοιχες ινδοευρωπαϊκές ρίζες, είναι εσφαλμένη και μειώνει την αξία του κατά τα άλλα, πρωτοποριακού του έργου.

Φαίνεται περίεργο, ωστόσο είναι γεγονός ότι η αρχαία Ελληνική και η βυζαντινή μας γλώσσα, για το κύρος που είχαν διεθνώς - και ιδιαίτερα στην Ευρώπη - οι κλασικές και, λιγότερο, οι βυζαντινές σπουδές, μελετήθηκε περισσότερο από ξένους γλωσσολόγους και φιλολόγους. Οι 'Ελληνες γλωσσολόγοι - και κατ' εξαίρεσιν φιλόλογοι με γλωσσικά ενδιαφέροντα - που ασχολήθηκαν επιστημονικά με ζητήματα της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας - και στους οποίους οι περιορισμοί του παρόντος αφιερώματος δεν μας επιτρέπουν να αναφερθούμε ονομαστικά - προήλθαν από τρεις ερευνητικούς χώρους: το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών και το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (με το θυγατρικό του αρχικά Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων).
Συστηματικά έργα ιστορίας της ελληνικής γλώσσας συνέγραψαν ο Γ. Χατζιδάκις, ο Μαν. Τριανταφυλλίδης, ο Γ. Αναγνωστόπουλος και ο γράφων, ενώ πανεπιστημιακές παραδόσεις ιστορίας της ελληνικής γλώσσας εξέδωσαν οι Γ. Κουρμούλης, Ν. Ανδριώτης, Αντ. Θαβώρης, Μιχ. Σετάτος, Χρ. Χαραλαμπάκης κ.α. Συλλογικά έργα, όπου εξετάζεται η ιστορία της ελληνικής γλώσσας, είναι και τα εκτενή άρθρα για την ελληνική γλώσσα στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (τ. Ελλάς) και στην Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος -Λαρούς - Μπριτάνικα (Ελλάς α' τομ.).

Ερευνητικά προβλήματα

Η έρευνας της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας είχε εξ αρχής να αντιμετωπίσει πολλά και δυσεπίλυτα προβλήματα. Τα προβλήματα αυτά οξύνονταν συχνά ακόμη περισσότερο από εθνικούς, πολιτικούς και κοινωνικούς λόγους, όπως συμβαίνει με επιστημονικά αντικείμενα - η γλώσσα είναι χαρακτηριστική περίπτωση - που έχουν εθνικές ή κοινωνικές προεκτάσεις. Θα θίξω, με μεγάλη συντομία, μερικά από αυτά.

Η προέλευση της Ελληνικής υπήρξε ένα σημαντικό θέμα που απασχόλησε τους ιστορικούς της γλώσσας. Με την ίδρυση της επιστήμης της γλώσσας, της γλωσσολογίας (το 1816) διαπιστώθηκε από τους μελετητές μια στενή δομική (γραμματική και συντακτική) και λεξιλογική σχέση της Ελληνικής με άλλες ευρωπαϊκές και μη γλώσσες: αρχικά με τη Λατινική, τη Γοτθική (αρχαία Γερμανική) και τη Σανσκριτική (αρχαία Ινδική), έπειτα με τις γερμανικές γλώσσες γενικότερα (Γερμανική, Αγγλική, Ολλανδική, Νορβηγική, Δανική, Σουηδική) με τις σλαβικές (Ρωσική, Σερβική, Πολωνική κ.α.) με την αρχαία Περσική, την αρχαία Χεττιτική, με τις ιταλικές γλώσσες, με την Αλβανική, με την Κελτική και την Ταχαρική. Αυτό οδήγησε στη λεγόμενη ινδοευρωπαϊκή θεωρία, ότι δηλ. οι γλώσσες αυτές έχουν στενή γενετική σχέση μεταξύ τους, αποτελούν ιδιαίτερη οικογένεια γλωσσών (άλλη από τις ουραλοαλταϊκές γλώσσες, τις αφρικανικές, τις ινδιάνικες, τις σημιτικές, την κινεζική, κ.λπ., που αποτελούν άλλες μεγάλες γλωσσικές οικογένειες). 'Ετσι ερμηνεύεται και η στενή σχέση που εμφανίζουν μεταξύ τους σε αντίθεση με όλες τις άλλες γλώσσες που υπάρχουν (περ. 2.700). Η θεωρία αυτή είναι καθολικά σχεδόν παραδεκτή από τους γλωσσολόγους της ιστορικοσυγκριτικής γλωσσολογίας καθώς και από όλους τους 'Ελληνες γλωσσολόγους, με θεμελιωτή της θεωρίας στην Ελλάδα τον Γ. Χατζιδάκι.

Το θέμα της γραφής υπήρξε εξίσου σημαντικό για την ιστορία της ελληνικής γλώσσας. Επειδή η ιστορία μιας γλώσσας αρχίζει από τα χρόνια που σώζονται γραπτές μαρτυρίες, η ιστορία της ελληνικής γλώσσας παλαιότερα μεν θεωρούσαν ότι άρχιζε με τις πρώτες επιγραφές σε ελληνική αλφαβητική γραφή δηλ. τον 8ο π.Χ. αιώνα, αργότερα όμως (1953) με την ανάγνωση των πινακίδων της κρητομυκηναϊκής γραμμικής γραφής Β', οι απαρχές της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας μετατέθηκαν 7 αιώνες νωρίτερα στον 15ο π.χ. αιώνα (1450). Δεν έχουν ακόμη αποκρυπτογραφηθεί η γραμμική γραφή Α', που χρονολογείται περ. στο 1750 π.Χ. ούτε η ιερογλυφική του Ελλαδικού χώρου (περ. 2000 π.Χ.) Η επικρατήσασα ελληνική αλφαβητική γραφή (και η προέκτασή της, το λατινικό αλφάβητο, που είναι εξέλιξη του δυτικού ελληνικού αλφάβητου της Χαλκίδας) αποτελεί, από δομικής - λειτουργικής πλευράς (με την επινόηση της δήλωσης των φωνηέντων από τους 'Ελληνες), μεγάλης σημασίας επίτευγμα των Ελλήνων, έστω κι αν στοιχεία της γραφής (τα σημεία που δήλωναν σύμφωνα) δανείστηκαν οι 'Ελληνες από το σημιτικό αλφάβητο, όπως πιστεύεται από όλους τους μελετητές της ιστορίας της γραφής.

Η σχέση των διαφόρων φάσεων της ελληνικής γλώσσας δηλ. η σχέση της Νέας Ελληνικής με τη Βυζαντινή και την αρχαία ελληνική γλώσσα και η, άμεσα συνδεόμενη, ερμηνεία διαφόρων μεταβολών ή ομοιοτήτων στη γλώσσα των αντίστοιχων περιόδων, ήταν ένα μείζον πρόβλημα που προέκυψε στην έρευνα της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας. Από πού προήλθε η Νέα ελληνική, από την αρχαία με τη μεσολάβηση της Βυζαντινής ή απευθείας από την αρχαία και μάλιστα από συγκεκριμένες διαλέκτους της; Και πόσο διαφορετική ή ίδια και απαράλλακτη είναι η νέα ελληνική γλώσσα με την αρχαία; Σχετικά με τα θέματα αυτά διατυπώθηκε η περίφημη "αιολοδωρική θεωρία" του ποιητή Αθαν. Χριστόπουλου κ.α. σύμφωνα με την οποία η Νέα Ελληνική συνδέεται απευθείας με την αρχαία γλώσσα, της οποίας αποτελεί άμεση εξέλιξη, προερχόμενη μάλιστα όχι από την αρχαία αττική διάλεκτο αλλά από την αιολική και τη δωρική διάλεκτο. Ως προς την ομοιότητα - και άμεση συνέχεια - αρχαίας και νέας ελληνικής γλώσσας, χρησιμοποιήθηκε το "επιχείρημα" της προφοράς της αρχαίας γλώσσας, η οποία εμφανίστηκε ότι ταυτιζόταν δήθεν με την προφορά της Νέας Ελληνικής, αφού όσες αλλαγές έγιναν στην προφορά έγιναν - σύμφωνα πάντοτε με την άποψη αυτή - ήδη στους κλασικούς χρόνους. Και τις δύο αυτές "θεωρίες" (της Αιολοδωρικής και της αρχαίας προφοράς) απέδειξε αβάσιμες και αναληθείς ο Γ. Χατζιδάκις, χρησιμοπιώντας την αυστηρή μέθοδο της ιστορικής γλωσσολογίας.

Ο μέγας αυτός γλωσσολόγος έδειξε ότι η Νέα Ελληνική είναι φυσική εξέλιξη της Ελληνικής των Βυζαντινών χρόνων που, με τη σειρά της, εξελίχθηκε από την Αλεξανδρινή Κοινή γλώσσα, η οποία προήλθε από την επικρατήσασα αρχαία αττική διάλεκτο. Μ' αυτόν τον τρόπο ο Χατζιδάκις και την αλήθεια αποκατέστησε και εδραίωσε την αίσθηση της συνέχειας της ελληνικής γλώσσας, που με την αιολοδωρική θεωρία τιναζόταν στον αέρα, αφού η βυζαντινή Ελληνική και η Αλεξανδρινή Κοινή (20 αιώνων γλωσσική παράδοση!) φαίνονταν σαν να μην υπήρξαν ποτέ, ενώ αντιθέτως στηνόταν μια πλαστή γέφυρα που ένωνε απευθείας τη νέα Ελληνική με την αρχαία, και μάλιστα με δύο διαλέκτους που εκτοπίστηκαν νωρίς από την επικράτηση της αττικής διαλέκτου. Ως προς την προφορά ο Χατζιδάκις, ακολουθώντας τα διδάγματα της γλωσσικής επιστήμης, έδειξε ότι ανάμεσα στην προφορά της αρχαίας και της νέας γλώσσας υπάρχουν σημαντικές διαφορές, αναμενόμενες στην εξέλιξη κάθε φυσικής γλώσσας. Και για τις δύο θέσεις του, επιστημονικά αδιάσειστες και καθολικά αποδεκτές από τους γλωσσολόγους, ο Χατζιδάκις δέχθηκε σκληρές επιθέσεις από αγλωσσολόγητους επικριτές, οι οποίοι πίστευαν ότι με τα διδάγματα του μεγάλου γλωσσολόγου υπονομεύεται η ελληνικότητα της σύγχρονης γλώσσας των Ελλήνων, ενώ στην πραγματικότητα συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο: με τις απόψεις του Χατζιδάκι και άλλων αποδεικνυόταν η ενότητα και η άνευ χασμάτων συνέχεια της ελληνικής γλώσσας.

Το γλωσσικό ζήτημα - δηλαδή ο αγώνας για την καθιέρωση της προφορικής γλωσσικής παράδοσης (δημοτικής) και ως επίσημης γραπτής γλώσσας - υπήρξε, τέλος, μείζον πρόβλημα της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας. Η καθιέρωση της δημοτικής επιτεύχθηκε μεν το 1976, αλλά πέρασε από μια οξύτητα που διήρκεσε δύο περίπου αιώνες (19ο - 20ο) με τη μορφή ενός "γλωσσικού εμφύλιου" γνωστού με τον ιστορικό χαρακτηρισμό "γλωσσικό ζήτημα" (κατά το "ανατολικό ζήτημα").
Στην πραγματικότητα κι αυτό αποτελεί κύριο χαρακτηριστικό της ιστορικής εξέλιξης της ελληνικής γλώσσας που σε καμιά άλλη γλώσσα δεν εμφανίζεται με τη μορφή της Ελληνικής (το παράδειγμα της Αραβικής διαφέρει), η διάσχιση της γλώσσας σε δύο μορφές χρήσης, τη λόγια αττικίζουσα γραπτή κυρίως γλώσσα (τη μετέπειτα καθαρεύουσα) και την απλή προφορική γλώσσας, τη φυσική εξέλιξη της αρχαίας μας γλώσσας (τη μετέπειτα δημοτική γλώσσα). Αυτό που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι οι δύο αυτές μορφές παράδοσης της ελληνικής γλώσσας, η λόγια και η δημώδης, από τότε που γίνεται η διάσχιση (τον 1ο π.χ. αι., με το κίνημα των Αττικιστών) μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα (με ελάχιστες εξαιρέσεις, Σοφιανός κ.α.) δηλ. επί 10 αιώνες, είναι ευρύτερα αποδεκτές ως μια οιονεί φυσική γλωσσική κατάσταση.

Η γλωσσική διμορφία, δηλαδή (ο όρος διγλωσσία είναι άστοχος, γιατί δεν είχαμε ποτέ στην Ελλάδα δύο διαφορετικές γλώσσες, αλλά δύο διαφορετικές μορφές της ίδιας γλώσσας) χαρακτηρίζει την ελληνική γλώσσα επί αιώνες, πολύ πριν διχάσει τους λογίους σε αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Οι γνωστές διαμάχες για την επισημοποίηση της δημοτικής γλώσσας κράτησαν σε συνεχή εγρήγορση τόσο τους 'Ελληνες λογίους όσο και τους απλούς πολίτες. Με καμία άλλη γλώσσα δεν ασχολήθηκαν τόσοι πολλοί μελετητές (γλωσσολόγοι, φιλόλογοι, εκπαιδευτικοί, κοινωνιολόγοι, πολιτικοί, νομικοί κ.α.) και καμιάς άλλης γλώσσας οι ομιλητές δεν υπήρξαν τόσο ευαισθητοποιημένοι σε θέματα που αφορούν στη χρήση της γλώσσας όσο οι 'Ελληνες στην Ελλάδα. Βεβαίως, αυτή η κατάσταση απορρόφησε δυνάμεις - αναφέρομαι στους γλωσσολόγους - που θα μπορούσαν να είχαν δαπανηθεί σε άλλες πλευρές μελέτης της ελληνικής γλώσσας (γραμματική, σύνταξη, λεξικογραφία κ.λπ) πράγμα που άργησε να γίνει, συνετέλεσε ωστόσο στην ευρύτερη γλωσσική ευαισθητοποίηση των Ελλήνων για την οποία μιλήσαμε.

Επίλογος

Στο χώρο της γλωσσολογίας σήμερα παρατηρείται, δυστυχώς, μια κάμψη των σπουδών της ιστορικής γλωσσολογίας και της ιστορικής έρευνας των επιμέρους γλωσσών. Αυτό οφείλεται στο ότι κατά τον 20ο αιώνα η έμφαση δόθηκε στη συγχρονική σπουδή της γλώσσας, δηλ. τη γλώσσα ως κατάσταση και όχι ως εξέλιξη, στο είναι και όχι στο ιστορικό γίγνεσθαι των γλωσσών.

Στην πραγματικότητα, όμως, χρειαζόμαστε και τις δύο θεωρήσεις: και τη συγχρονική και τη διαχρονική - ιστορική μελέτη της γλώσσας. Ιδίως γλώσσες όπως η Ελληνική, με τη μακραίωνη και πολλαπλώς ενδιαφέρουσα ιστορική παράδοση και εξέλιξη, είναι ανάγκη να μελετώνται και ιστορικά. Αυτό πρέπει, νομίζω, να γίνει συνείδηση στα ελληνικά Πανεπιστήμια - στα παλαιότερα υπάρχει αυτή η αντίληψη - όπως πρέπει, πάση θυσία να τονωθεί η διαχρονική και ιστορική έρευνα της ελληνικής γλώσσας. Η επιστημονική προσφορά ενός Χατζιδάκι, ενός Ψυχάρη, ενός Τριανταφυλλίδη, του Κουρμούλη, του Ανδριώτη, του Τσοπανάκη και τόσων άλλων άξιων γλωσσολόγων της ιστορικής γλωσσολογίας πρέπει να βρει περισσότερους συνεχιστές, όπως συνέβη μέχρι σήμερα. 

Νέοι γλωσσολόγοι, με τα διδάγματα της σημερινής γλωσσικής επιστήμης, που φώτισε πλείστα όσα θέματα στην ανάλυση των γλωσσών και στην όλη υφή και λειτουργία της γλώσσας, μπορούν να ανακαλύψουν και να αποκαλύψουν σημαντικές άγνωστες πλευρές του αχανούς και δυσεξερεύνητου πεδίου της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας, ενός ερευνητικού χώρου που απαιτεί επίμοχθη αναζήτηση σε αρχαία κείμενα, σε επιγραφές, σε παπύρους, σε όλη τη γραπτή αλλά και την προφορική παράδοση, ιδίως στις διαλέκτους και στα ιδιώματα.

Η ιδιαιτερότητα της Ελληνικής, δηλ. η μοναδική σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην αρχαία και τη σύγχρονη γλώσσα, όπως την περιγράφει λ.χ. ο αείμνηστος R. Browning ή όπως την είδε ο Γ. Χατζιδάκις εξετάζοντας στα μέσα του 20ου αιώνα το κείμενο της Κ. Διαθήκης σε σχέση με τη σημερινή γλώσσα («εκ των 4.900 περίπου λέξεων της Κ. Διαθήκης σχεδόν αι ημίσειαι, ήτοι λέξεις 2.280, λέγονται και σήμερον έτι εν τη κοινή λαλιά των δε λοιπών αι πλείσται μεν, 2.220 νοούνται καλώς υπό πάντων των Ελλήνων αναγιγνωσκόμεναι ή ακουόμεναι, ολίγαι δε μόνον, περί τας 400, είναι αληθώς ακατανόητοι υπό του ελληνικού λαού» ) αποτελεί μια γόνιμη πρόκληση για τον ερευνητή της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας, ο οποίος καλείται να αναλύσει γλωσσολογικά αυτή τη σχέση και να ερμηνεύσει τους λόγους που την εδημιούργησαν.

Ο κ. Γιώργος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής
της Γλωσσολογίας στο Παν. Αθηνών. 


από το ένθετο περιοδικό της Καθημερινής "Επτά Ημέρες"
3 Οκτωβρίου 1999


© 2001-2007 Αρβανίτης Διονύσιος  για καλύτερη προβολή, ανάλυση 1280x1024 
κεφαλίδα Top