abnet.agrino.org  
 » αρχή
   η ιστορία της γλώσσας
   γλώσσα & τεχνολογία
   διάλεκτοι στο χρόνο
   γραμματική & ορθογραφία
   η ελληνική, εκτός συνόρων
    Αυστραλία: τα Ελληνικά στους αντίποδες
    η ελληνική γλώσσα στην Αυστραλία
    γλώσσα όλων των ηπείρων η ελληνική
    η γλώσσα μας σε 303 παν/μια του κόσμου
    έρευνα για τη γλώσσα της ομογένειας
    επιμόρφωση καθ/τών της ΕΕ στα αρχαία
    Χ. Τσόκος - ομπρέλα για τον πολιτισμό
    ένας χιλιανός λάτρης της ελλ. γλώσσας
    τα ελληνικά των (εξ) Ελλήνων
    οι Ελληνες της Αλάσκας & το "Αθήναιον"
    το μέλλον της Ελληνικής στην Ε.Ε
    το λογισμικό διδασκαλίας, Φιλογλωσσία
    η διδασκαλία της ΝΕ ως ξένης
    ελληνοφωνία στο Λίβανο και στη Συρία
    η ελληνική γλώσσα στην Ε.Ε.
   ετυμολογία & θησαυρός
   το γλωσσικό ζήτημα
   διάφορα θέματα

   σχετική βιβλιογραφία
   ειδήσεις - ανακοινώσεις
 

Η ακμαία ελληνική γλώσσα·
νεοελληνικές σπουδές στην Αυστραλία

»»»  Παναγιώτης Νούτσος

Δεν θα ανασυγκροτήσω εδώ τη γεωγραφία, την τυπολογία και τα αίτια, κυρίως κατά τη μεταπολεμική περίοδο, της ετερογένειας των νεοελληνικών σπουδών στους χώρους (και όχι μόνο) της ελληνικής Διασποράς. Απλώς με άξονα ό,τι πραγματοποιείται στην Αυστραλία θα προβώ σε ορισμένες συσχετίσεις που διευκρινίζουν πληρέστερα πτυχές του θέματός μου. Οι ελληνικές κοινότητες στους Αντίποδες παραμένουν ακόμη εξαιρετικά σφριγηλές και θα μπορούσαν, mutatis mutandis, να συγκριθούν με τον Ελληνισμό της Αιγύπτου κατά την εποχή της ακμής του. Εκεί, ως τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, οι κοινότητες επιτελούσαν κοινωνικές και οικονομικές λειτουργίες, με την οργάνωση «κοινοτικής κοινωνικής ασφάλισης», την οικοδόμηση «άρτιου σχολικού συστήματος», τη θέσπιση «μηχανισμού διαιτητικής δικαιοσύνης» και τη δυνατότητα συγκρότησης επαγγελματικών ενώσεων. Ετσι εξασφαλίζονταν οι όροι για την κατασκευή ενός «δημόσιου χώρου δίχως κρατική εξουσία» που θα εγγυάται την «ιδεολογική αναπαραγωγή του εθνικού συνόλου» (Τσουκαλάς), του οποίου η γλώσσα δεν είχε «στιγματισθεί» και του οποίου η συνολική παρουσία (στο εμπόριο και στο χρηματιστικό κεφάλαιο, στους επαγγελματοβιοτέχνες και στη διανόηση) τοποθετούνταν ανάμεσα από τον ντόπιο αραβικό πληθυσμό και από τους φορείς της αγγλικής προστασίας.

Στην Αυστραλία, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ύστερα από μια επώδυνη ανάδυση και εφαρμογή της «πολυ-πολιτισμικής» πολιτικής της, δηλαδή μιας ορισμένης συστοίχησης των μηχανισμών ιδεολογικής ηγεμονίας με την εθνοτική σύνθεση του αυστραλιανού κράτους, η ελληνική περιλαμβάνεται στις εννέα «επικρατέστερες γλώσσες». Αποτελεί τη γλώσσα της ελληνικής παροικίας: η επικοινωνιακή και πολιτιστική λειτουργία της διατηρείται αμείωτη στην κοινοτική οργάνωση, στην οικογένεια (όπου η γλωσσική απόκλιση της νέας γενιάς εμφανίζεται πολύ χαμηλή), στην εκκλησία, στον εργασιακό χώρο, στην πληροφόρηση (ραδιόφωνο, τηλεόραση, εφημερίδες, περιοδικά κτλ.), στην εκπαίδευση και στην καλλιτεχνική παραγωγή. Από μια άποψη, ό,τι παρατηρείται στην αντοχή της γλώσσας και ειδικότερα μιας λογοτεχνίας που ανήκει στις «minores» θα μπορούσε να επιβεβαιωθεί, με τις αναγκαίες βέβαια διαμεσολαβήσεις, και στον τρόπο εκδίπλωσης και εδραίωσης των συναφών σπουδών. Αν δηλαδή οι λογοτεχνίες αυτές εμπεριέχουν τη διάθεση αντίστασης στον κυρίαρχο λόγο των χωρών εγκατάστασης των μεταναστών, με παρόμοια δυναμική ενδέχεται να σφραγισθεί η μελέτη του συνόλου της πνευματικής υπόστασης των αποδήμων, τόσο ως προς τον πολιτισμό της γενέτειρας όσο και ως προς τα ιδιαίτερα «αντισώματα» που καλλιέργησαν για να αντιμετωπίσουν το συμβολικό πλέγμα της «αφομοίωσης» και να περισώσουν ­ενιαία ή κάπως θραυματισμένη­ τη «φαντασιακή» τους κοινότητα («imagined community»). Με δεδομένη ωστόσο τη «δυναμική διγλωσσία» των Ελληνοαυστραλών, για την ώρα τουλάχιστον, περισσότερο της δεύτερης γενιάς που ευνοήθηκε από την κοινωνική και εκπαιδευτική κινητικότητα των τελευταίων δεκαετιών, διοχετεύοντας τη δραστηριότητά της σε ανεξάρτητα επαγγέλματα παροχής υπηρεσιών και στις ανώτερες θέσεις του συνόλου των θεσμών του κράτους, θα μπορούσε κανείς να διαγνώσει μια αντίστοιχη δυναμική συμπαρουσία των Νεοελληνικών Σπουδών, στον βαθμό βέβαια που θα συντρέχουν ορισμένες καίριες προϋποθέσεις για τη βιωσιμότητά τους.

Οι νεοελληνιστές της Αυστραλίας αποκτούν τα διαπιστευτήρια της επιστημονικής αρμοδιότητάς τους μέσα από τον τρόπο που κρίνεται το επιστημονικό έργο τους από την ομόλογη ελληνική επιστημονική κοινότητα και συνάμα μέσα από την αυστραλιανή πανεπιστημιακή ζωή, μέσω της οποίας ωθούνται προς τον διεθνή καταμερισμό της επιστημονικής γνώσης. Αυτή η ανάγκη της διπλής «καταξίωσης», που τρέφει τον δυναμισμό τους, εκπληρώνεται μέσα από ένα σύνθετο πλέγμα παραγόντων, οι κυριότεροι από τους οποίους είναι οι εξής: 

α. Η οργάνωση της διδασκαλίας των Νεοελληνικών Σπουδών στο πανεπιστήμιο (προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές για την ανανέωση των στελεχών· μονιμότητα ή όχι, αριθμητική και ποιοτική επάρκεια των διδασκόντων· θεσμική αυτοτέλεια ή διάχυση σε νεωτερικούς κλάδους των επιστημών του ανθρώπου· η ακαδημαϊκή παράδοση σύζευξης ή όχι με τις «Hellenic Studies»· η ελληνική ως ξένη ή δεύτερη γλώσσα· οι δείκτες των διδασκομένων, οι διαπανεπιστημιακές ανταλλαγές κ.λπ). 

β. Οι θεσμοί συνάφειας διδασκαλίας και έρευνας (η λειτουργία ερευνητικών κέντρων, π.χ. των «Greek-Australian Archives» του RMIT και των «Dardalis Archives of the Greek Community» του La Trobe University· η πληρότητα των βιβλιοθηκών ως προς τις πηγές, τη βιβλιογραφία και τις σύγχρονες κατευθύνσεις των κοινοτικών επιστημών· τα ερευνητικά προγράμματα με ανανεωμένη θεματολογική και μεθοδολογική σκευή· οι αυτοτελείς εκδόσεις, δίγλωσσες ή όχι· τα ειδικευμένα περιοδικά με κριτές· η συχνότητα και η εγκυρότητα των ειδικών συνεδρίων· η δραστηριότητα των επιστημονικών εταιρειών κ.λπ).

γ. Το υπόβαθρο ευδοκίμησης αυτής της συνάφειας (η κρατική χρηματοδότηση κατευθείαν ή μέσω του ARC· η οικονομική και ηθική στήριξη από την ομογένεια· η ίδρυση ενός κέντρου ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού από το ελληνικό κράτος καθώς και η διευκόλυνση των μορφωτικών ανταλλαγών· η επαγγελματική αποκατάσταση των πτυχιούχων κ.λπ). 

δ. Τα «προνομιακά» πεδία διδασκαλίας και έρευνας (η ιστορία της ελληνικής Διασποράς· η ελληνοαυστραλιανή λογοτεχνία· το πρόβλημα διαμόρφωσης «ταυτοτήτων»· οι γλωσσικές ιδιομορφίες και αποκλίσεις· οι «cultural studies» και η διεπιστημονική προσέγγιση· ο «αυτοβιογραφικός» λόγος ως βιοαφήγηση· η «μετανεωτερικότητα» ως ιστορική αίσθηση «πολυ-πολιτισμικών» κοινωνιών κ.λπ). 

Οι νεοελληνιστές της Αυστραλίας διαμορφώνουν την ιδιοσυστασία τους στον βαθμό που οξύνουν την επικοινωνιακή επάρκειά τους στο πλαίσιο ενός «βιοκόσμου» που οι συμβολικές του πρακτικές και οι διεργασίες αποδοχής προϋποθέτουν μια διπλή εστία καταξίωσης. Η επικοινωνιακή δράση, ως επιστημονική δραστηριότητα, διαποτίζεται από ένα σύνολο παραγόντων, μικρής ή μακράς διαρκείας, που σφυρηλατούν την ιδιοπροσωπία του υποκειμένου και νοηματοδοτούν, διαμεσολαβημένα ή όχι, τις επιλογές του. Τα κοινωνικά ερείσματα αυτής της συμπεριφοράς δεν προκύπτουν από ένα πνεύμα, εμφανώς ή όχι, πολιτισμικού ρατσισμού αλλά από την ενεργητική κατανόηση των «ετεροτήτων» που διαχέεται στα κινήματα διαμαρτυρίας της «κοινωνίας των πολιτών». Αν στο στόχαστρο βρίσκονται οι διεθνοποιημένοι μηχανισμοί παραγωγής και κυκλοφορίας πολιτισμικών αγαθών, δηλαδή το διεθνές δίκτυο «πνευματικών παραγωγικών δυνάμεων» που εκφράζει τον σημερινό παγκόσμιο συσχετισμό της πολιτικής εξουσίας, σημαίνει ότι η διεκδίκηση της πολιτισμικής ιθαγένειας και η συναφής μελέτη της εντάσσονται σε μια μαχητική επεξεργασία και προβολή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στο πλαίσιο των οποίων έχουν στρατηγική σημασία τα δικαιώματα των πολιτιστικών μειονοτήτων και πρώτιστα της ίδιας της πολιτιστικής δημιουργίας. Είναι αυτονόητο βέβαια ότι η τελευταία δεν εκλαμβάνεται ως μηχανισμός μεταβίβασης που αποκλείει τους αυτοσχεδιασμούς ή την ενεργό πρόσληψη με την ποικιλία μορφών «συγκρητισμού». Σε κάθε περίπτωση το στοίχημα ή το διακύβευμα της επικοινωνιακής επάρκειας αφορά στους «δέκτες» που με τη σειρά τους έχουν τον δικό τους Ερμή, τόσο τον Λόγιο όσο και τον Κερδώο, που φτερουγίζει στη δαιδαλώδη αγορά του καιρού μας.

'Ετσι η επίτευξη της αυθυπαρξίας τους, που συχνά φαίνεται να τελεί υπό διορίαν, περνά τόσο από την αυταξία των νεοελληνικών σπουδών και τη θέση τους στο συνολικό πανεπιστημιακό curriculum όσο επίσης από τη σφριγηλή παρουσία της ελληνικής ομογένειας και, δευτερευόντως, του «εθνικού κέντρου». Ο στίχος πάντως του Καβάφη έχει πολλούς αποδέκτες: «Εχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Αποικία»...

*ο κ. Παναγιώτης Νούτσος είναι καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

από την εφημερίδα "Το Βήμα" 


© 2001-2007 Αρβανίτης Διονύσιος  για καλύτερη προβολή, ανάλυση 1280x1024 
κεφαλίδα Top