abnet.agrino.org  
 » αρχή
   η ιστορία της γλώσσας
   γλώσσα & τεχνολογία
   διάλεκτοι στο χρόνο
   γραμματική & ορθογραφία
   η ελληνική, εκτός συνόρων
    Αυστραλία: τα Ελληνικά στους αντίποδες
    η ελληνική γλώσσα στην Αυστραλία
    γλώσσα όλων των ηπείρων η ελληνική
    η γλώσσα μας σε 303 παν/μια του κόσμου
    έρευνα για τη γλώσσα της ομογένειας
    επιμόρφωση καθ/τών της ΕΕ στα αρχαία
    Χ. Τσόκος - ομπρέλα για τον πολιτισμό
    ένας χιλιανός λάτρης της ελλ. γλώσσας
    τα ελληνικά των (εξ) Ελλήνων
    οι Ελληνες της Αλάσκας & το "Αθήναιον"
    το μέλλον της Ελληνικής στην Ε.Ε
    το λογισμικό διδασκαλίας, Φιλογλωσσία
    η διδασκαλία της ΝΕ ως ξένης
    ελληνοφωνία στο Λίβανο και στη Συρία
    η ελληνική γλώσσα στην Ε.Ε.
   ετυμολογία & θησαυρός
   το γλωσσικό ζήτημα
   διάφορα θέματα

   σχετική βιβλιογραφία
   ειδήσεις - ανακοινώσεις
 

Η ελληνική γλώσσα
στην Ευρωπαϊκή 'Ενωση

»»»  Σωφρ. Χατζησαββίδης*

Η πολυσηζητημένη ευρωπαϊκή ενοποίηση έθεσε πολλούς προβληματισμούς στους αρμόδιους φορείς της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης (στο εξής Ε.Ε.) και τους υπευθύνους της γλωσσικής πολιτικής. Παράλληλα έθεσε στους 'Ελληνες τον προβληματισμό για τη θέση και την τύχη της ελληνικής γλώσσας μέσα στην Ε.Ε. 'Οσα ακολουθούν αποτελούν συμβολή σε αυτούς τους προβληματισμούς. Τα ερωτήματα λοιπόν που ανακύπτουν από ανάλογους προβληματισμούς σε ένα σύγχρονο άνθρωπο που παρακολουθεί τα δρώμενα στο χώρο της Ε.Ε. είναι τα εξής:

α) τι σημαίνει γλωσσική πολιτική;
β) υπάρχει σήμερα (κοινή) γλωσσική πολιτική στην Ε.Ε.;
γ) ποιος είναι ο ρόλος και η εμπλοκή των Μ.Μ.Ε. στη γλωσσική πολιτική ειδικά και γενικά;
δ) είναι δυνατή η χρήση μιας ενιαίας γλώσσας (όπως του ενιαίου νομίσματος) από όλους τους κατοίκους της Ε.Ε.;
ε) αν ναι, ποια θα είναι αυτή η γλώσσα;
στ) ποια θα είναι η θέση της νέας ελληνικής στη μελλοντική Ευρώπη;

Σε αυτά τα ερωτήματα θα προσπαθήσω να απαντήσω παρακάτω.

Τι σημαίνει γλωσσική πολιτική; Είναι αλήθεια ότι διεθνώς οι κοινωνιογλωσσολόγοι αντιμετωπίζουν δυσκολία στο να προσδιορίσουν το ακριβές περιεχόμενο της έννοιας της γλωσσικής πολιτικής· γι' αυτό, στη διεθνή βιβλιογραφία γίνεται λόγος άλλοτε για "γλωσσικό σχεδιασμό" (language planning / planification linguistique), άλλοτε για "γλωσσική πολιτική" (politique linguistique ή glottopolitique), άλλοτε για κωδικοποίηση γλωσσών (normalisation ή codification), ανάλογα με την παρουσιαζόμενη γλωσσική πραγματικότητα και τη σχέση της με τους τρόπους παρέμβασης σε αυτήν. Ο γλωσσικός σχεδιασμός ορίζεται «ως ένα σύνολο προθέσεων, συνειδητών προσπαθειών, οργανωμένων με τέτοιο τρόπο, ώστε να επιλύσουν προβλήματα γλωσσικά, πρόκειται δηλαδή για αποφάσεις και μέτρα που λαμβάνονται από τα αρμόδια όργανα της πολιτείας για να επηρεάσουν, να ενδυναμώσουν ή να αποδυναμώσουν πρακτικές και γλωσσικές χρήσεις» (Garmadi 1981:185), η δε γλωσσική πολιτική ορίζεται ως «το σύνολο των συνειδητών επιλογών που πραγματοποιούνται μέσα στα πλαίσια των σχέσεων μεταξύ της γλώσσας και της κοινωνίας και, ιδιαίτερα, μεταξύ γλώσσας και του έθνους» (Calvet 1987:154-155).

Με βάση αυτούς τους ορισμούς, θα λέγαμε πως η έννοια της γλωσσικής πολιτικής εμπεριέχεται στην έννοια του γλωσσικού σχεδιασμού. Επειδή όμως η έννοια της γλωσσικής πολιτικής ενέχει και την έννοια της μη άμεσης και κατασταλτικής παρέμβασης της εξουσίας, είναι καλύτερο, για το θέμα που μας απασχολεί εδώ, τη σχέση δηλαδή των γλωσσών της Ε.Ε. και της κοινωνίας που τις χρησιμοποιεί, να χρησιμοποιούμε τον όρο "γλωσσική πολιτική".

Στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει εδώ, στην περίπτωση δηλαδή της Ε.Ε., η ποικιλία των γλωσσών και των διαλέκτων που χρησιμοποιούνται στην Ευρώπη (σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνει το Ευρωπαϊκό Γραφείο για τις Λιγότερο Διαδεδομένες Γλώσσες, στην Ευρώπη των 12 χρησιμοποιούνταν 9 εθνικές γλώσσες και περί τις 30 διαλέκτους· σήμερα, βέβαια, στην Ευρώπη των 15, ο αριθμός αυτός είναι μεγαλύτερος) οδήγησαν τους αρμόδιους φορείς σε κάποιο προβληματισμό και σε κάποιες συζητήσεις. 'Ηδη από το 1970, οι διεθνείς Οργανισμοί της Ευρώπης (Συμβούλιο της Ευρώπης, Υπουργοί Παιδείας της Ε.Ο.Κ., Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, CIREEL) άρχισαν να προβληματίζονται και να διοργανώνουν διεθνή συνέδρια για το μέλλον της Ευρώπης, τη συνεργασία των ευρωπαϊκών λαών και τις γλώσσες επικοινωνίας. Μέσα στα πλαίσια αυτού του προβληματισμού έγιναν πολλές προσπάθειες για να δοθούν απαντήσεις σε ερωτήματα, όπως:

α) το μέλλον της Ευρώπης σχετίζεται με τη διδασκαλία των γλωσσών;
β) χρήση πολλών γλωσσών ή μιας γλώσσας;
γ) γιατί πρέπει να διδάσκονται οι ξένες γλώσσες;

Ανάμεσα σε αυτές τις προσπάθειες, οι πιο σημαντικές υπήρξαν οι εξής:

α) η Σύμβαση 69 της Συνόδου των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης (1969),

β) η Διακήρυξη του Ελσίνσκι (1974), στην οποία γίνεται λόγος για εντατικοποίηση των προσπαθειών για τη διδασκαλία των γλωσσών και τη συνεργασία κρατών και αρμόδιων ιδρυμάτων, για επιμόρφωση εκπαιδευτικών - δασκάλων ξένων γλωσσών, για ανταλλαγές σπουδαστών και εκπαιδευτικών, για εισαγωγή της διδασκαλίας ξένων γλωσσών σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες, για υποστήριξη των λιγότερο διαδεδομένων γλωσσών και υποστήριξη της μελέτης των γλωσσών και των πολιτισμών,

γ) το Πρόγραμμα δράσης των Υπουργών Παιδείας της Ε.Ο.Κ. (1976),

δ) το Υπόμνημα για τις ζωντανές γλώσσες, που εγκρίθηκε από το Κοινοβούλιο του Συμβουλίου της Ευρώπης (1977) [Υπόμνημα Piket] και

ε) η Συνδιάσκεψη του Στρασβούργου με θέμα "Γλώσσες και ευρωπαϊκή συνεργασία" (1979). Στη Συνδιάσκεψη εκείνη, στην οποία συμμετείχαν περί τους 200 ειδικούς από 21 ευρωπαϊκές χώρες, αποφασίστηκαν τα εξής: η διάδοση, διδασκαλία και χρήση μιας υπερεθνικής γλώσσας (αγγλικής, γαλλικής, ισπανικής, εσπεράντο) δεν αποτελεί ενδεδειγμένη λύση για το μέλλον της Ευρώπης και τη συνεργασία των λαών της. Αντ' αυτού, θα πρέπει να γίνουν προσπάθειες και να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα από τους διεθνείς οργανισμούς, από τα κράτη και τους υπεύθυνους φορείς που σχετίζονται με τα Μ.Μ.Ε., ώστε να υποστηριχτεί η διδασκαλία των ξένων γλωσσών παράλληλα με τη διδασκαλία της μητρικής και να φτάσουν όλοι οι Ευρωπαίοι να είναι σε θέση να χρησιμοποιούν, εκτός της μητρικής τους, δύο τουλάχιστον ξένες γλώσσες.

Από την εποχή εκείνη, όλες σχεδόν οι διεθνείς συνδιασκέψεις που είχαν ως θέμα τη συνεργασία των ευρωπαϊκών λαών και τη σχέση της με τις γλώσσες καταλήγουν σε παρόμοια συμπεράσματα. Από όλα αυτά συνάγεται ότι η γλωσσική πολιτική της Ε.Ε. είναι σαφής: καλλιέργεια όλων των γλωσσών της Ε.Ε. και ανάπτυξη των δυνατοτήτων και των ευκαιριών για την εκμάθηση από τους πολίτες της Ε.Ε. δύο και περισσότερων ξένων γλωσσών. Μέσα στο πλαίσιο αυτό το θεσμικό πλαίσιο της Ε.Ε.: α) θεωρεί την ελληνική γλώσσα ισότιμη με τις υπόλοιπες επίσημες γλώσσες των κρατών-μελών της Ε.Ε., β) επιτρέπει την εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση να διατηρήσει τη δικαιοδοσία της πάνω σε θέματα της ελληνικής γλώσσας στα όρια της γεωγραφικού χώρου που καταλαμβάνει, β) δεν προβλέπει διδασκαλία και διάδοση της ελληνικής γλώσσας στην εκπαίδευση των κρατών-μελών, αλλά υποστηρίζει ενέργειες που μπορούν να συμβάλουν στη διάδοση της ελληνικής (Προγράμματα για τις ολιγότερο διαδεδομένες γλώσσας).

Η διακηρυγμένη λοιπόν πολιτική είναι σαφής· η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική. Σήμερα, παρά την έναρξη της υλοποίησης πολλών αποφάσεων της προηγούμενης δεκαετίας σχετικά με τη διδασκαλία των ξένων γλωσσών, υφίσταται στην Ε.Ε. μια φοβία των περισσότερων λαών για συρρίκνωση ή "αλλοίωση" των γλωσσών τους από την επικυριαρχία της αγγλοαμερικανικής, φοβία η οποία δημιουργεί κάποια επιθετικότητα απέναντι στις άλλες γλώσσες και συχνά κάποιο γλωσσικό ρατσισμό. Ποια είναι λοιπόν σήμερα η κατάσταση στην Ε.Ε. σχετικά με το θέμα της γλωσσικής πολιτικής; Σήμερα, υπάρχει μια άρρητη πολιτική εκ μέρους όλων των κυβερνήσεων της Ε.Ε. για διατήρηση, καλλιέργεια και προστασία των εθνικών τους γλωσσών. Παράλληλα, εκ μέρους των ισχυρών οικονομικά και πολιτισμικά χωρών (Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία) υπάρχει μια ρητή πολιτική για επιβολή των γλωσσών τους ως γλωσσών κοινής επικοινωνίας (vehiculaires) μέσα στην Ε.Ε. Και τέλος, υπάρχει μια πιο ρητή πολιτική, η οποία εκφράζεται θεωρητικά και πρακτικά (διακηρύξεις, αποφάσεις Οργάνων, ανάπτυξη Προγραμμάτων) από τα αρμόδια 'Οργανα της Ε.Ε. αλλά και από τις κυβερνήσεις για προαγωγή και καλλιέργεια των άλλων γλωσσών της Ε.Ε. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο των ρητών και άρρητων πολιτικών, τα Μ.Μ.Ε. παίζουν το ρόλο τους, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε ασύνειδα.

Από την κατάσταση που παρουσιάζουν τα ευρωπαϊκά Μ.Μ.Ε. δε φαίνεται να αντιπροσωπεύονται ισότιμα οι τρεις παραπάνω πολιτικές· υποβαθμίζεται μάλιστα υπερβολικά η επίσημα διακηρυγμένη γλωσσική πολιτική της Ε. Ε. Τα Μ.Μ.Ε. φαίνεται να ακολουθούν τη φυσική πάλη των γλωσσών, όπου νικήτρια αποδεικνύεται η γλώσσα του ισχυρότερου οικονομικά και πολιτισμικά έθνους. Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά τα μέσα της έντυπης δημοσιογραφίας, αυτά εμμένουν στη χρήση της εθνικής γλώσσας της χώρας στην οποία εκδίδονται, αφού, κατά κύριο λόγο, απευθύνονται στο κοινό της χώρας τους. Κάποια έντυπα που απευθύνονται σε κοινό έξω από τα σύνορα της χώρας τους και η θεματολογία τους είναι διεθνούς ενδιαφέροντος (π.χ. Financial Times, Time, International Herald Tribune, Le monde diplomatique, Paris Match, Der Spiegel κτλ.) χρησιμοποιούν κυρίως την αγγλική και δευτερευόντως τη γαλλική γλώσσα ή και τη γερμανική. Οι σελίδες οι αφιερωμένες στην εκμάθηση και καλλιέργεια άλλων ευρωπαϊκών γλωσσών είναι σχεδόν ανύπαρκτες.

'Οσον αφορά τα μέσα του ηλεκτρονικού τύπου, και ιδιαίτερα το ραδιόφωνο, εμμένουν και αυτά στη χρήση των γλωσσών που κατέχουν ως μητρική οι ακροατές στους οποίους απευθύνονται. Η καλλιέργεια άλλων γλωσσών πραγματοποιείται μόνον έμμεσα, και ιδίως με τη μετάδοση ξενόγλωσσων τραγουδιών, τα οποία στην πλειονότητά τους χρησιμοποιούν την αγγλική γλώσσα. Σε χώρες με μεγάλο αριθμό μεταναστών διατίθεται από κάποιους ραδιοφωνικούς σταθμούς, συνήθως μη κερδοσκοπικούς, (π.χ. B.B.C., Deutsche Welle, Radio Campus, ΕΤ, κ. ά.) κάποιος χρόνος για εκπομπές σε γλώσσες μεταναστών, οι οποίες έχουν κυρίως ενημερωτικό και ψυχαγωγικό χαρακτήρα· και σ' αυτήν την περίπτωση, δηλαδή, δε γίνεται με σκοπό τη διάδοση της ξένης γλώσσας. Η αφιέρωση εκπομπών με σκοπό την εκμάθηση άλλων ευρωπαϊκών γλωσσών από το ραδιόφωνα σπανίζει· και όταν γίνεται, γίνεται προς όφελος κυρίως της αγγλικής και δευτερευόντως της γαλλικής, γερμανικής και ισπανικής γλώσσας.

Ο άλλος αντιπρόσωπος του ηλεκτρονικού τύπου, που αποτελεί την αιχμή του δόρατος των Μ.Μ.Ε., η τηλεόραση, ασκεί λόγω φύσης, ένα διαφορετικό ρόλο. Στον ευρωπαϊκό τηλεχώρο κυριαρχούν -από την άποψη της χρησιμοποιούμενης γλώσσας- τριών ειδών τηλεοπτικοί σταθμοί:

α) αυτοί που εκπέμπουν σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο και χρησιμοποιούν τη εθνική γλώσσα του κράτους, στο οποίο είναι εγκαταστημένοι,

β) αυτοί που εκπέμπουν μέσω δορυφορικής σύνδεσης και σε άλλες χώρες, οι οποίοι όμως χρησιμοποιούν κι αυτοί αντίστοιχη με της προηγούμενης κατηγορίας γλώσσα (B.B.C., T.F1, R.A.I., B.R.T. κτλ.) και

γ) αυτοί που είναι διεθνούς ενδιαφέροντος και μερικοί και ειδικής θεματολογίας σταθμοί (EURONEWS, M.T.V., EUROSPORT, R.T.L., TV5 κ. ά.). Οι σταθμοί αυτής της κατηγορίας εκπέμπουν σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. και χρησιμοποιούν κυρίως μέχρι και τρεις γλώσσες, οι οποίες είναι οι περισσότερο διαδεδομένες στην Ε.Ε. (αγγλική, γαλλική, γερμανική). Πολλοί από τους σταθμούς και των τριών παραπάνω κατηγοριών εντάσσουν μέσα στα εκπαιδευτικά προγράμματά τους και εκπομπές που έχουν στόχο την εκμάθηση άλλων γλωσσών της Ε.Ε.· περιορίζονται όμως, συνήθως, σε κάποιες από τις πέντε γλώσσες μεγάλης εμβέλειας. Αν προσθέσουμε κι εδώ ότι ξένες μη μεταγλωττισμένες σειρές και ταινίες χρησιμοποιούν στην πλειονότητά τους την αγγλική γλώσσα, αφού είναι ως επί το πλείστον αμερικανικές παραγωγές, προκύπτει ότι γλωσσικά στην τηλεόραση, που είναι αναμφισβήτητα το πιο δημοφιλές Μ.Μ.Ε., κυριαρχεί ποσοτικά η αγγλική γλώσσα και δευτερευόντως η γαλλική, γερμανική, ισπανική και ιταλική. Πίσω από αυτές έρχονται οι γλώσσες της περιφέρειας της Ε.Ε. (δανέζικα, ολλανδικά, ελληνικά, σουηδικά, φινλανδικά, πορτογαλικά). Κοντά σε όλα αυτά θα πρέπει να προστεθεί ότι οι πανευρωπαϊκής εμβέλειας τηλεοπτικοί σταθμοί δε δείχνουν κάποια ευαισθησία για τη διάδοση των ευρωπαϊκών γλωσσών, αφού δεν αφιερώνουν χρόνο σε μαθήματα εκμάθησης γλωσσών.

Με βάση λοιπόν τα δεδομένα αυτά, έχει διαμορφωθεί στο χώρο που καταλαμβάνει η Ε.Ε. μια κατάσταση, η οποία δεν είναι καθόλου συμβατή με τη γλωσσική πολιτική της Ε.Ε. Προσπαθώντας να σκιαγραφήσω, με μια σύντομη διατύπωση, την κατάσταση αυτή, θα έλεγα ότι πρόκειται για μια κατάσταση τριών ταχυτήτων, όπου στην πρώτη ταχύτητα βρίσκεται η αγγλική γλώσσα, στη δεύτερη η γαλλική, γερμανική, ιταλική και ισπανική και στην τρίτη ταχύτητα οι γλώσσες της περιφέρειας της Ε.Ε. Με δεδομένη αυτήν την κατάσταση, και αν οι αναλογίες μεταξύ των γλωσσών της Ε.Ε. συνεχιστούν, φαίνεται ότι η αγγλική θα κυριαρχήσει ως γλώσσα επικοινωνίας μεταξύ των πολιτών της Ε.Ε. και μαζί με τη γλώσσα, βέβαια, θα κυριαρχήσει και ο αντίστοιχος πολιτισμός.

Είναι έτσι όμως τα πράγματα; Είναι αλήθεια ότι η αγγλική σήμερα εμφανίζεται ως μια γλώσσα που εξασφαλίζει τις λειτουργίες που πρέπει να έχει μια κοινή γλώσσα (χρησιμοποιείται σε πάρα πολλές χώρες του πλανήτη, οικονομική εξάπλωση της Αγγλίας και των Η.Π.Α., υφιστάμενη ανάγκη κοινής γλώσσας στους Ευρωπαίους, υποστήριξη από τα Μ.Μ.Ε. και την εκπαίδευση) και ανταποκρίνεται σε αυτό που ο Cl. Hagθge (1993: 51) ονομάζει "διαλογική ώθηση" Στη "διαλογική ώθηση" όμως και στην ανάγκη γλωσσικής ενοποίησης μιας περιοχής, την οποία τα αρμόδια όργανα της Ε.Ε. δεν προωθούν, αντιπαρατίθεται η ανάγκη των λαών της Ε.Ε. για διατήρηση των εθνικών τους γλωσσών και πολιτισμών. Έτσι, οι λαοί της Ε.Ε. αμύνονται στη διαφαινόμενη κυριαρχία της αγγλικής, άμυνα η οποία αντικατοπτρίζεται στις αποφάσεις των οργάνων της Ε.Ε. περί καλλιέργειας όλων των γλωσσών της Ε.Ε. 'Ετσι, σήμερα, στο χώρο που καταλαμβάνει η Ε.Ε. υφίσταται μια σοβούσα διαμάχη μεταξύ όλων των εθνικών γλωσσών από τη μια και της αγγλοαμερικανικής από την άλλη. Η διαμάχη αυτή παρουσιάζει και κάποιες ιδιαιτερότητες: οι εθνικές γλώσσες δεν είναι αλληλέγγυες απέναντι στον αντίπαλο, αλλά, πολύ συχνά, αντιτίθενται η μια στην άλλη· και ακόμη, η προώθηση και η διάδοση της αγγλοαμερικανικής δεν είναι αποτέλεσμα μιας εθνικής γλωσσικής πολιτικής της Μεγάλης Βρετανίας, αλλά αποτέλεσμα των κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών συνθηκών που επικράτησαν στην Ευρώπη μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο αγώνας, λοιπόν, μεταξύ των αντίπαλων γλωσσών φαίνεται τις τελευταίες δεκαετίες να κλίνει υπέρ της αγγλοαμερικανικής. Και αν διατηρηθούν στην Ευρώπη οι ίδιες πολιτικοοικονομικές συνθήκες με τις σημερινές, είναι σχεδόν βέβαιο ότι πρώτη ξένη γλώσσα όλων των πολιτών της Ε.Ε. (εκτός των 'Αγγλων) θα είναι η αγγλοαμερικανική, αρκετά βέβαια διαφοροποιημένη, κατά περιοχές, από την αγγλική των κατοίκων του Λονδίνου. Με αυτήν θα μπορούν να επικοινωνούν οι διαφορετικών εθνοτήτων και μητρικών γλωσσών πολίτες της Ε.Ε.

Ο Cl. Hagθge (1993:302) εκφράζει την άποψη -εμμέσως και την ευχή- ότι «στην αυριανή Ευρώπη είναι πιθανό κοινή γλώσσα να γίνει η γλώσσα των υπερεθνικών θεσμών, αλλά και των οργάνων με διευρωπαϊκό προορισμό». Ως τέτοια αναφέρει την αστυνομία, τα τελωνεία, τα Μ.Μ.Ε. και το στρατό, και θεωρεί πως σε αυτή τη γλώσσα θα συμμετάσχουν οι τρεις κυριότερες γλώσσες της σημερινής Ε.Ε., η αγγλική, η γαλλική και η γερμανική. Η άποψη αυτή, όσο κι αν φαίνεται λογική, δεν μπορεί να την υποστηρίξει κανείς ανεπιφύλακτα σήμερα, για τον απλούστατο λόγο ότι δε φαίνεται κάποιος από τους προς στιγμήν εθνικούς θεσμούς και κάποιο από τα εθνικά όργανα να κλίνει προς τη μια ή την άλλη γλώσσα· αντίθετα, όλοι φαίνονται να επηρεάζονται όλο και περισσότερο από την αγγλοαμερικανική.

Θα πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι η επικράτηση μιας γλώσσας ή τριών γλωσσών στην αυριανή Ε.Ε. δε σημαίνει σε καμιά περίπτωση απομάκρυνση των πολιτών από την εθνική τους γλώσσα. Αν αυτό συνέβη στις Η.Π.Α., συνέβη, γιατί οι μετανάστες - πολίτες της, αν και ανήκαν σε διαφορετικές εθνότητες, επιθυμούσαν να αποκτήσουν μια καινούργια εθνική ταυτότητα, που θα αποτελούσε το μεταξύ τους σύνδεσμο και θα μπορούσε να αποτελέσει το εφαλτήριο, πάνω στο οποίο θα στηριζόταν η δημιουργία ενός νέου έθνους. Οι ευρωπαϊκοί λαοί έχουν σφυρηλατήσει εδώ και χρόνια την εθνική τους ταυτότητα και δεν επιθυμούν μια νέα εθνική ταυτότητα· επιθυμούν ειρήνη και συνεργασία μεταξύ των λαών. 'Αλλωστε, η φιλοσοφία της Ε.Ε. δεν περιλαμβάνει μέσα στις επιδιώξεις της τη δημιουργία ενός ενιαίου έθνους· αυτό, υπό τις σημερινές συνθήκες, θα ήταν μια ουτοπία. Τα Μ.Μ.Ε. λοιπόν δείχνουν ότι έχουν αντιληφθεί αυτήν την πραγματικότητα, και στα πλαίσια της Ε.Ε. διαδραματίζουν ένα ρόλο αμφίδρομο, που είναι παράλληλα η σύγκλιση -μέσω της προώθησης μιας γλώσσας, ως πρώτης ξένης γλώσσας- και η απόκλιση -μέσω της εμμονής τους να διατηρούν και να προβάλλουν τα εθνικά και πολιτισμικά προϊόντα, ανάμεσα στα οποία είναι και η γλώσσα. Έτσι, γίνονται ταυτόχρονα συντηρητές των πολιτισμικών, άρα και γλωσσικών, προϊόντων και με έμμεσο τρόπο προωθητές μιας γλώσσας επικοινωνίας μεταξύ των μελών της Ε.Ε.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες η νέα ελληνική θα παραμείνει μια γλώσσα "ασθενής", όπως είναι σήμερα. Το πόσο "ασθενής" θα είναι, εξαρτάται από πολλές -προβλέψιμες και μη- παραμέτρους, ανάμεσα στις σπουδαιότερες είναι η πολιτική και οικονομική κατάσταση της χώρας μας. 'Οσο δηλαδή θα εξάγονται πολιτισμικά και άλλα προϊόντα στις άλλες χώρες της Ε.Ε.-που θα είναι αποτέλεσμα της ισχυρής πολιτισμικής και οικονομικής μας θέσης- τόσο η ζήτηση της ελληνικής θα γίνεται μεγαλύτερη και η ελληνική θα ισχυροποιείται, όσο όμως πιο ανίσχυροι είναι ο πολιτισμός μας και η οικονομία μας τόσο και η ελληνική θα γίνεται λιγότερο ισχυρή. Και όπως όλοι γνωρίζουμε προϋπόθεση της ισχυρής οικονομίας και του ισχυρού πολιτισμού είναι μια ορθολογική παιδεία, επικεντρωμένη βεβαίως στον άνθρωπο αλλά και σε όσα συντελούν στην πνευματική ευτυχία του ανθρώπου. Και επειδή το θέμα που αφορά την ανακοίνωσή μου είναι η ελληνική γλώσσα, εννοώ και μια ορθολογική γλωσσική παιδεία επικεντρωμένη στο σύγχρονο 'Ελληνα και τις πραγματικές γλωσσικές του ανάγκες και όχι στη γλώσσα ενός πολιτισμού που χάθηκε ανεπιστρεπτί.

Πάντως δεν πρέπει να ανησυχεί κανείς, εκείνο που δεν πρόκειται να γίνει, είναι να χαθεί η ελληνική γλώσσα, γιατί οι γλώσσες χάνονται μαζί με τους λαούς που τις χρησιμοποιούν.

Αν λοιπόν συνεχιστεί η σημερινή γλωσσική πολιτική της Ε.Ε. απέναντι στις γλώσσες των κρατών-μελών, αν δημιουργηθούν υπερεθνικά Μ.Μ.Ε., τα οποία θα χρησιμοποιούν και την ελληνική γλώσσα, αν οι πολιτικοοικονομικές συνθήκες παραμείνουν ως έχουν και αν ορθολογικοποιηθεί η διδασκαλία της σύγχρονης ζωντανής μας γλώσσας, η νέα ελληνική θα συνεχίσει να έχει τη θέση που έχει και σήμερα στην Ε.Ε., μια θέση "ασθενούς" βέβαια γλώσσας, αλλά έτοιμης να διαδοθεί σε πολλές χώρες πρωτίστως της ανατολικής Ευρώπης και δευτερευόντως της δυτικής Ευρώπης.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Actes du colloque international (1980) Langues et coopιration europιenne.- Paris: CIREEL.
Calvet, L.- J. (1987) La guerre des langues et les politiques linguistiques. Paris: Payot.
Garmadi, Juliette (1981) La sociolinguistique.- Paris: PUF.
Hagθge, Claude (1993) Η πνοή της γλώσσας (μετ. Αγγ. Νικολοπούλου).- Αθήνα: Κάτοπτρο.

*Σωφρ. Χατζησαββίδης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Α.Π.Θ.


© 2001-2007 Αρβανίτης Διονύσιος  για καλύτερη προβολή, ανάλυση 1280x1024 
κεφαλίδα Top