|
»»»
Φ. Ι. Κακριδής
Ας σταθούμε μια στιγμή να διαπιστώσουμε, ενδεικτικά, πόσο η γλωσσική μας πραγματικότητα προχώρησε, στο καλύτερο, από τις αρχές του αιώνα.
Στο Πανεπιστήμιο Αθηνών μεσουρανούσαν τότε
ο Κωνσταντίνος Κόντος και ο Γεώργιος Μιστριώτης, δεινοί αρχαϊστές, και την έδρα της
Γλωσσολογίας
κατείχε ο Γεώργιος Χατζιδάκις, που μπορεί να μελετούσε και να τιμούσε την «καθομιλουμένη», αλλά δε θα δεχόταν ποτέ να την αναγνωρίσει επίσημη
γλώσσα. Ενενήντα έξι χρόνια αργότερα, στη στροφή προς τον εικοστό αιώνα, ο Τομέας Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών οργανώνει συνέδριο για τα Είκοσι χρόνια από την καθιέρωση της Νεοελληνικής (Δημοτικής) ως επίσημης γλώσσας.
Το γεγονός είναι σημαδιακό για την ιστορία του γλωσσικού ζητήματος, όχι όμως και αποφασιστικό για την ίδια τη γλώσσα, όπως τη μιλούμε: φαρδύ
ποτάμι που ακράτητο κυλά τα νερά του, πότε θολά πότε γάργαρα, πότε ορμητικά πότε γαλήνια, ανάλογα με την πορεία του γένους, χωρίς να
πολυγνοιάζεται για τους επιστήμονες παρατηρητές ή τους ερασιτέχνες ψαράδες, τους επαίνους ή τους ψόγους και τις παρεμβάσεις τους. Ιστορικά ο
Ελληνισμός (με κεφαλαίο) και ο ελληνισμός (με μικρό) συμπορεύονται στην ίδια κοίτη, και η γλώσσα ακολουθεί παντού και πάντα τις τύχες του λαού μας.
'Ετσι και στις αρχές του αιώνα, μετά την ψυχρολουσία του '97, το επαναστατικό κίνημα του Βενιζέλου συνοδεύτηκε από μια μαχητική έξαρση του
δημοτικισμού. Μπορεί ο ίδιος να μην αναγνώρισε τη δημοτική στο Σύνταγμα του 1911, και να χρησιμοποιούσε στους λόγους και τα γραπτά του μια
(λαμπρή) καθαρεύουσα· όμως, φτερωμένη από τις νίκες στους Βαλκανικούς, η πορεία του προοδευτικού κινήματος είχε ξεκινήσει, και πια δε γινόταν
να σταματήσει. Ξεπερνώντας τις περιπέτειες της Καταστροφής, θεριεύοντας μέσα στους πολέμους και τις δικτατορίες, ο ανανεωτικός άνεμος ζωογονούσε
και έτρεφε τις καρδιές, ώσπου μας χάρισε, σαρώνοντας και τα τελευταία εμπόδια, τη Δημοκρατία του 1974, την πρώτη βιώσιμη ελληνική δημοκρατία
ύστερα από 2300 χρόνια.
Σε αυτονόητη παραλληλία ο δημοτικισμός έχει στο ίδιο διάστημα κυριέψει το ένα μετά το άλλο τα πεδία του λόγου, ολοκληρώνοντας την κυριαρχία του
στην καθημερινή επικοινωνία, μονοπωλώντας τη λογοτεχνία,
κατακτώντας την εκπαίδευση και τις περισσότερες επιστήμες, πολιορκώντας στενά τα
συνταγματικά οχυρά της καθαρεύουσας: τη δικαιοσύνη, τη νομοθεσία και τη διοίκηση.
Ετσι, η μεταρρύθμιση του 1976, που πάντα θα τη σημειώνουμε ως σταθμό, δεν ήταν μόνο απαραίτητη, αλλά και αναπόφευκτη κάτι που εξηγεί και την
ανεπανάληπτη σύμπνοια της συντηρητικής Κυβέρνησης (Καραμανλής - Ράλλης) με την Αντιπολίτευση (Μαύρος - Παπανούτσος). Αλλο δεν έκαναν οι
μεταρρυθμιστές από το να αναγνωρίσουν επίσημα την πραγματικότητα, αλλά πάλι ο έπαινος τους αξίζει.
Τους αξίζει ο έπαινος για τη συγκεκριμένη συνταγματική ρύθμιση και τα πρώτα συνακόλουθα εκπαιδευτικά μέτρα, όχι όμως και για τις παραπέρα
εξελίξεις, καθώς η μεταρρύθμιση έμεινε, και ακόμα μένει, ανολοκλήρωτη, αβοήθητη, να αντιμετωπίζει ποικίλες αντιδράσεις από εκείνους που ακόμα
το φυσούν και δεν κρυώνει ότι κοντά στα άλλα η Συντήρηση τηλικούτου πλεονεκτήματος απεστερήθη. Θυμούνται την παλιά δόξα, ξεσκουριάζουν όπλα
και επιχειρήματα, που κάποτε τους χάριζαν τη νίκη, και εξορμούν να περισώσουν, ό,τι ακόμα γίνεται να περισωθεί. Μπορεί η επιστροφή στην
καθαρεύουσα να είναι ιστορικά αδιανόητη· θα μπορούσε όμως η δημοτική να μείνει σε παρένθεση (όπως και στον τίτλο του Συνεδρίου) και η
συμβιβαστική «Νεοελληνική» να εξελιχτεί σε μια συμβιβασμένη μεταμοντέρνα «μικτή», όπου τα αρχαϊστικά στοιχεία στο λεξιλόγιο, στο κλιτικό
σύστημα, στη σύνταξη να είναι καλοδεχούμενα, αν όχι και κυρίαρχα, τουλάχιστο για ορισμένους τομείς και ανθρώπους.
Με την ίδια συλλογιστική η «απλή και άδολη» δημοτική πρέπει να δυσφημιστεί, να φανεί φτωχή, να μην ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες, να
οδηγεί τον ελληνισμό σε συρρίκνωση και να ανοίγει την πόρτα στους κάθε λογής ξενισμούς. Αυτή η άποψη, ή αν προτιμάτε, η νοσταλγική τάση είναι
ευνόητη και σεβαστή, αλλά βέβαια υπάρχουν και απαντήσεις.
1. Στο διάλογο του Σολωμού μιλά ο Σοφολογιότατος στον ποιητή και λέει:
Και η φτώχεια της γλώσσας δεν σου φέρνει σύγχυση καμμία;
Πρώτον μεν, δεν άκουσα ποτέ, πως η φτώχεια μιας γλώσσας είναι αρκετό δικαιολόγημα, για να την αλλάξουν οι σπουδαίοι· δεύτερον δε, ποίος
αποφάσισε, πως είναι φτωχή;
Για να απαντήσουμε κι εμείς: φυσικά η δημοτική είναι πλουσιότερη από οποιαδήποτε παλαιότερη μορφή της γλώσσας μας, αφού και η ίδια έχει τεράστιο
πλούτο, και μπορεί κάθε στιγμή ανεμπόδιστα να υιοθετήσει, οποιοδήποτε αρχαϊκό ή και διαλεκτικό στοιχείο, φτάνει να προσαρμόζεται στο τυπικό της.
2. Κιόλας ο Μιστριώτης έλεγε ότι η «καθομιλουμένη» δεν είναι άξια να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ενός σύγχρονου κράτους, και τώρα το ξανακούμε σε
διάφορες παραλλαγές. Αν όμως σκεφτούμε ότι η Δημοτική αποκλείστηκε για εκατόν πενήντα και παραπάνω χρόνια από τη διοίκηση, θα δούμε ότι είναι φυσικό να της λείπουν ορισμένες υπηρεσιακές λέξεις και εκφράσεις, που εύκολα θα τις αναπληρώσει, αν δεν τις αναπλήρωσε κιόλας, τώρα που
ξανοίχτηκε και στο πεδίο αυτό. Είναι τουλάχιστον άδικο να επισημαίνουμε τις ελλείψεις της σε ένα χώρο, όπου οι ίδιοι δεν της δώσαμε τη δυνατότητα να
τον κατακτήσει φυσιολογικά, για να τη δυσφημίζουμε και να τη διορθώνουμε όπως μας αρέσει.
3. Στην "ψευδοξενοφώντειο Αθηναίων πολιτεία", έργο γραμμένο στα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου, ο άγνωστος «γερο-ολιγαρχικός»
συγγραφέας κατηγορεί τους Αθηναίους λέγοντας ότι
«ακούγοντας όλες τις γλώσσες διάλεξαν το ένα από τη μια, το άλλο από την άλλη, και συμβαίνει
οι (υπόλοιποι) Ελληνες να χρησιμοποιούν
δική τους γλώσσα και τρόπο ζωής και ντύσιμο, οι Αθηναίοι όμως ανακατωμένα απ' όλους τους Ελληνες και
τους βαρβάρους» (1,8). Ναι ναι, κατηγορεί τα Αττικά που μιλούσαν ο Περικλής και οι άλλοι στις καλύτερες ώρες της αθηναϊκής δημοκρατίας, και το
πιστεύουμε πως είχαν ξενισμούς πολλούς, όπως είναι και φυσικό σε μια φιλελεύθερη ανοιχτή πολιτεία, που δεν ξενηλατεί και όπου, με τα λόγια του
Επιταφίου, επεσερχεται (...) εκ πάσης γης τα πάντα (2,38,2). Το ίδιο φυσικό είναι και σήμερα να δεχόμαστε και να χρησιμοποιούμε ξένες λέξεις και
εκφράσεις ένα παραπάνω, όταν δεν είναι πια το μέγεθος της πόλεως, αλλά αντίθετα η αδυναμία της ελληνικής πολιτείας που μας υποχρεώνει να
εισάγουμε και λέξεις και ιδέες και προϊόντα περισσότερα απ' όσα θα θέλαμε, επιβαρύνοντας το εμπορικό, το πολιτισμικό, μαζί και το γλωσσικό μας
ισοζύγιο.
Γενικά, η παθολογία της γλώσσας μας πώς θα μπορούσε να είναι κι αλλιώς; ταυτίζεται με την παθολογία της ελληνικής κοινωνίας. Η ταλαιπωρία της
γλώσσας στην έντυπη και ηλεκτρονική δημοσιογραφία συμβαδίζει με τη χαμηλή ποιότητα των προγραμμάτων και εξηγείται από την αναντιστοιχία
ανάμεσα στον απότομο πολλαπλασιασμό των μέσων ενημέρωσης από τη μια, και της προσφοράς σε άξιους και μελετημένους δημοσιογράφους,
παρουσιαστές κλπ. από την άλλη. Η ανεμελιά στη γλώσσα των νέων, στο μέτρο που δεν αποτελεί καθολικό ανθρωπολογικό φαινόμενο, ή και η ασέβειά
τους απέναντι στη γλώσσα, προέρχονται από την περιφρόνησή τους για θεσμούς και αξίες, που εμείς, η παλιότερη γενιά, δεν καταφέραμε ούτε οι ίδιοι
να τους σεβαστούμε ούτε για τα παιδιά μας να τους καταξιώσουμε. Οσο για τη γενικότερη κακοποίηση της ελληνικής γλώσσας από το μέσο Ελληνα,
άλλο δεν κάνει από το να καθρεφτίζει την απερίγραπτη σε παιδαγωγικά σφάλματα και στραβοτιμονιές πορεία της εκπαίδευσης και όχι μόνο.
Αυτή είναι η σωστή λέξη: καθρεφτίζει. Ενας καθρέφτης είναι η γλώσσα, θαυμάσιο διαγνωστικό μέσο, που κάθε στιγμή συναιρεί και αποδίδει την
πραγματική κατάσταση τόσο του ανθρώπινου συνόλου όσο και του κάθε ατόμου που τη χρησιμοποιεί και δεν ξέρω κανέναν που τα κατάφερε να
ομορφύνει φκιασιδώνοντας το είδωλό του στον καθρέφτη. Κάθε ανεξάρτητη προσπάθεια να καλλιεργηθεί η γλώσσα ως γλώσσα είναι εξαρχής μάταιη:
την πολιτική μας θέση, την κρατική μας οργάνωση, την οικονομία μας, την εκπαίδευση, τον πολιτισμό μας να φροντίσουμε, και κάθε βήμα στο
καλύτερο θα έχει άμεσο αποτέλεσμα την αυτόματη αντίστοιχη καλυτέρεψη του εκφραστικού μας οργάνου.
Και όμως, όχι μόνο ακούγονται ιερεμιάδες, αλλά και προτείνονται και εφαρμόζονται θεραπείες για τη γλώσσα και μόνο για τη γλώσσα. Ετσι κάποια
στιγμή κρίθηκε ότι η γλώσσα μας πήρε να χειροτερεύει, όταν καταργήθηκε η γλωσσική διδασκαλία των Αρχαίων στο Γυμνάσιο. Για να σταματήσει ο
κατήφορος οργανώθηκε αμέσως ένα πρόγραμμα, όπου τα «παλαιότερα Ελληνικά» διδάσκονται «διαχρονικά» μέσα από «αρχαία, βυζαντινά και λόγια
κείμενα». Ως δάσκαλος εύχομαι να κάνω λάθος, αλλά (α) δεν
καταλαβαίνω το νόημα της «διαχρονίας», όταν όλα τα παραπάνω κείμενα, ανεξάρτητα από
την εποχή τους, χρησιμοποιούνται για την εντατική διδασκαλία μιας και μόνης γραμματικής: της γραμματικής της αττικής διαλέκτου της
κλασικής εποχής προσωπικά θα μιλούσα για ασκήσεις αττικισμού και όχι για διαχρονική προσέγγιση της ελληνικής γλώσσας· (β) δε βλέπω, πώς η διδασκαλία
της Αττικής, που χρόνια και χρόνια στήριζε την καθαρεύουσα, θα μπορέσει τώρα να καλυτερέψει τη χρήση της δημοτικής, και (γ) αντίθετα, φοβάμαι ότι
διδάσκοντας αρχαϊσμό στο Γυμνάσιο, όπου πολλοί μαθητές ακούν τα τελευταία τους φιλολογικά μαθήματα, θα πολλαπλασιάσουμε τα πιο συνηθισμένα
σφάλματα, αυτά που ακούμε κάθε μέρα, και που είναι ίσα ίσα τα σφάλματα αρχαϊσμού: ο πολιτικός που δηλώνει με εμβρίθεια ότι κάποιες ενέργειες
«απάδουν του ελληνικού φιλότιμου», και η Κονιτσιώτισσα, που
περιγράφει στην τηλεόραση, πώς με τους σεισμούς πετάχτηκε «ολοσχερώς όξου»! Ομως
εμείς χρειαζόμαστε Ελληνικά και όχι ελληνικούρες!
Φάνηκα κάπως επιθετικός, αλλά ελπίζω να με συγχωρέσετε, τώρα που θα επιχειρήσω να δικαιώσω όλες τις απόψεις και τάσεις, στο πλαίσιο της
ιστορίας του πολιτισμού. Αν κάτι διδαχτήκαμε οι κλασικοί φιλόλογοι μελετώντας την περιοχή μας, είναι ότι τα φαινόμενα στους ποικίλους
πολιτισμικούς τομείς στην τέχνη, στην πολιτική, φυσικά και στη γλώσσα συμβαδίζουν, και παρουσιάζουν στις εξελίξεις τους κοινές τάσεις και
χαρακτηριστικά. Το ίδιο επιβεβαιώνεται και στον αιώνα μας. Στις πρώτες του δεκαετίες οι οπαδοί του «κοινωνισμού» (όπως σωστά πρωτομεταφράστηκε
ο σοσιαλισμός) καταδιώκονταν, οι πρωτοπόροι του μοντερνισμού καλλιτέχνες ζωγράφοι, γλύπτες, ποιητές διασύρονταν, και οι δημοτικιστές των
Ευαγγελικών (1902) και των Ορεστειακών (1903) ξυλοφορτώνονταν από τους μαγκουροφόρους. Ομως το προοδευτικό μέτωπο προχώρησε: ο
μοντερνισμός κυριάρχησε στην τέχνη με τον Πικάσο, το Μουρ, το Λεκορμπιζιέ, ο Σεφέρης και ο Ελύτης πήραν το βραβείο Νόμπελ, ήρθε στιγμή στην
Ευρώπη να είναι όλες σχεδόν οι κυβερνήσεις σοσιαλιστικές, και η Δημοτική αναγνωρίστηκε.
'Εχετε προσέξει τη δυναμική των κυμάτων; όχι τόσο στην παραλία, όσο στο ανοιχτό πέλαγος. Ξεκινούν, φουσκώνουν, ορθώνονται, για μια στιγμή
ξεπερνούν τον εαυτό τους, και στην κορυφή τους αφρίζει κάποια «ύβρη» ύστερα κατακάθονται, σχεδόν υποχωρούν, και έχουμε μιαν άμπωτη, ως το επόμενο κύμα. Σε μια τέτοια φάση βρισκόμαστε, όταν ο μοντερνισμός στην τέχνη υποχωρεί μπροστά στην εκλεκτική τάση του μεταμοντερνισμού,
όταν οι λιγοστές σοσιαλιστικές κυβερνήσεις που απόμειναν αναζητούν, και δε βρίσκουν, το αληθινό (κοινωνικό) τους πρόσωπο, όπως άλλωστε και η
δημοτική το δικό της.
Με αυτήν την εικόνα ας ερμηνέψουμε «του κύκλου τα γυρίσματα», και ας περιμένουμε γρήγορα,
το νέο κύμα, που θα μας σπρώξει πάλι μπροστά. Μπορεί να λαθεύουμε σε πολλά, και είναι πάντα σεβαστή κάθε διαφορετική άποψη, αλλά ένα δε γίνεται να αμφισβητηθεί:
ότι η πρόοδος μπορεί να καθυστερήσει, αλλά δε σταματά.
*Ο κ. Φάνης Ι. Κακριδής είναι ομότιμος καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο
Ιωαννίνων.
από την εφημερίδα
"Το
Βήμα"
|