|
»»»
Σωφρόνης Χατζησαββίδης
Η ελληνική γλώσσα εδώ και είκοσι χρόνια, το ξέρουμε όλοι, κατέχει -τουλάχιστον στην εκπαίδευση και στη διοίκηση- τα διαπιστευτήρια της ελληνικής πολιτείας· είναι λοιπόν μια "νόμιμη" γλώσσα μετά
τη μακρόχρονη "παρανομία", στην οποία αναγκάστηκε να βρίσκεται επί πολλά χρόνια στο παρελθόν. Αυτή η νομιμοποίηση δημιούργησε αρχικά πολλές αναταράξεις και νομίζω ότι και σήμερα, μετά από είκοσι χρόνια, συνεχίζει να δημιουργεί -μικρότερου βέβαια βαθμού- αναταράξεις, οι οποίες βρήκαν και βρίσκουν την έκφρασή τους στο λόγο που παρήγαγαν και παράγουν οι άνθρωποι που ασχολούνται άμεσα ή έμμεσα με την ελληνική γλώσσα.
'Eτσι σε όλη τη διάρκεια της εικοσαετίας που πέρασε παρήχθη από διάφορους ένας λόγος που αφορούσε (ή σχολίαζε) τη νεότερη ελληνική γλωσσική πραγματικότητα. Ευρισκόμενος εδώ σ’ ένα συνέδριο που έχει ως θέμα του τον απολογισμό της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας των τελευταίων είκοσι χρόνων, θεωρώ πως νομιμοποιούμαι να επιχειρήσω μια ανάλυση του λόγου που παρήχθη όλα αυτά τα χρόνια και να κάνω τις προσωπικές μου διαπιστώσεις από ιστορική, γλωσσολογική και ιδεολογική άποψη, οι οποίες -θα ήθελα να το πω εξαρχής- δείχνουν ότι όλη αυτή την εικοσαετία κυριάρχησε η αληθοφάνεια, η οποία ήρθε πολλές φορές σε σύγκρουση με το λόγο της αληθογνωσίας.
Αλλά ας δούμε καταρχήν τα πράγματα ιστορικά, μέσω βέβαια πάντοτε του παραχθέντος λόγου για την ελληνική γλώσσα. Μια πρόδρομη παρατήρηση που νομίζω -και ελπίζω- ότι θα συμφωνήσει και ο ιστορικός του μέλλοντος είναι η εξής: η εικοσάχρονη πορεία της περί την ελληνική γλώσσα συζήτησης διακρίνεται σε δύο ισόποσες χρονικά περιόδους. Η πρώτη, από το 1976 έως το 1986, χαρακτηρίζεται από μια προσπάθεια εδραίωσης της επισημοποιημένης νεοελληνικής γλώσσας είτε με παραινέσεις είτε με αναμόρφωση της γλωσσικής διδασκαλίας στην εννιάχρονη εκπαίδευση. Η δεύτερη, από το 1986 έως το 1996, χαρακτηρίζεται από μια προσπάθεια επιστροφής στη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής και άλλων παλαιότερων μορφών της ελληνικής γλώσσας ως δήθεν λύσης για την αποτελεσματικότερη χρήση της νεοελληνικής γλώσσας από τους ομιλητές της. Ορόσημο αυτής της ισόποσης χρονικά διάκρισης αποτελεί η διακήρυξη του τότε Υπουργού Παιδείας, Αντώνη Τρίτση, το Νοέμβριο του 1986 για επαναφορά της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στο Γυμνάσιο και στις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού. Η πρόσφατη λοιπόν εικοσάχρονη γλωσσική μας πορεία χαρακτηρίζεται από μια συγκυρία που παρουσιάζει μια ισοβαρή ιστορική διάσταση, στην οποία ισορροπούν από τη μια η προώθηση και καλλιέργεια της σύγχρονης επισημοποιημένης γλώσσας και από την άλλη η καλλιέργεια της παλαιότερης ελληνικής.
Η εικοσάχρονη αυτή πορεία πέρασε από διάφορες μικρότερες φάσεις, οι οποίες θα αποτελέσουν ασφαλώς έργο του ιστορικού του μέλλοντος, ο οποίος θα κατορθώσει προφανώς πιο νηφάλια να καταγράψει και να αναλύσει τις διάφορες φάσεις και το λόγο που παρήχθη και αφορούσε την ελληνική γλώσσα αυτών των περιόδων. Εγώ ως γλωσσολόγος και ιστορικός του παρόντος θα επιχειρήσω να σχολιάσω και να αναλύσω τις αληθοφάνειες που εμφανίστηκαν την τελευταία εικοσαετία και να προτείνω τις αληθογνωσίες που, κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να κυριαρχήσουν στο λόγο που σχολιάζει τη σύγχρονη ελληνική γλώσσα και τη διδασκαλία της. Ο λόγος μου είναι πολύ πιθανό να προκαλέσει διαφωνίες και αντιθέσεις· θα ήθελα να διατυπωθούν νηφάλια, στα πλαίσια που ορίζει ένας επιστημονικός διάλογος, γιατί νομίζω πως είναι ο μοναδικός δρόμος που μπορεί να μας οδηγήσει σε μια ολοκληρωμένη αντιμετώπιση της σύγχρονης γλώσσας μας και της διδασκαλίας της.
Ας δούμε όμως ποιες είναι οι κυρίαρχες αληθοφάνειες που αναδύονται από το λόγο των ειδικών και μη ειδικών με τη γλώσσα. Οι αληθοφάνειες αυτές είναι δύο ειδών: αυτές που αφορούν την ίδια τη γλώσσα και αυτές που αφορούν τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας ως μητρικής. Αρχικά θα αναφερθώ στις πρώτες και στη συνέχεια στις δεύτερες.
Πρώτη κατηγορία: αληθοφάνειες που αναφέρονται στην ίδια τη γλώσσα.
α) «η σημερινή μας γλώσσα είναι η δημοτική» Λέμε όλοι μας σχεδόν ότι το 1976 καθιερώθηκε επίσημα η δημοτική γλώσσα ή ότι η δημοτική είναι ευκολότερη (ή δυσκολότερη) από την καθαρεύουσα κτλ. Ο λόγος αυτός έχει δημιουργήσει μια εσφαλμένη αλλά αληθοφανή εντύπωση για τη γλώσσα της τελευταίας εικοσαετίας τόσο ισχυρή, ώστε όλοι οι
'Ελληνες να θεωρούν σήμερα πως χρησιμοποιούν στην επικοινωνία τους τη δημοτική μορφή της ελληνικής γλώσσας. Σε ένα ερωτηματολόγιο μάλιστα που δίνω στους φοιτητές μου με την έναρξη κάθε εξαμήνου, στο οποίο μεταξύ των άλλων ρωτώ αν η γλώσσα που χρησιμοποιούμε σήμερα είναι καθαρεύουσα, δημοτική ή μεικτή, ένα ποσοστό που ξεπερνά το 90% απαντά ότι η σημερινή μας γλώσσα είναι δημοτική.
Η άποψη αυτή δεν είναι παρά μια αληθοφάνεια, η οποία προφανώς έχει την αιτία της στην παλιά διαμάχη μεταξύ των καθαρευουσιάνων και των δημοτικιστών, οπαδών αντίστοιχα της καθαρεύουσας και της δημοτικής. Η σημερινή μας όμως γλώσσα δεν είναι η δημοτική (αυτήν μπορεί να τη βρει κανείς μόνο στα κείμενα του Ψυχάρη), πολύ περισσότερο βέβαια δεν είναι η καθαρεύουσα· είναι ένα κράμα φωνητικών, μορφολογικών συντακτικών και λεξιλογικών στοιχείων της καθαρεύουσας και της δημοτικής, αποτέλεσμα της μακρόχρονης συμβίωσης των δύο μορφών της γλώσσας μας.
'Ετσι στο φωνολογικό επίπεδο έχουμε συνύπαρξη των συμφωνικών συμπλεγμάτων της καθαρεύουσας (κτ, πτ) με τα αντίστοιχα της δημοτικής (χτ, φτ), π.χ. περίπτερο, φτάνει, λεπτά-λεφτά, γλύπτης-γλείφτης· στο μορφολογικό επίπεδο συνυπάρχουν μορφήματα της καθαρεύουσας με αυτά της δημοτικής, π.χ, του μυστηριώδ-ους και μυστηριώδη, ο λέων και το λιοντάρι, παρήχθη και ζητήθηκε· στο συντακτικό επίπεδο συνυπάρχουν οι συντακτικές δομές της καθαρεύουσας και της δημοτικής, π.χ. επί του παρόντος και προς το παρόν, λόγω της ..., υπό τας συνθήκας αυτάς και κάτω από αυτές τις συνθήκες· τέλος στο λεξιλογικό επίπεδο μεγάλος είναι ο αριθμός των λόγιων λέξεων, οι οποίες αυτούσιες ή και λίγο διαφοροποιημένες υφίστανται στο καθημερινό μας λεξιλόγιο.
Πρόκειται λοιπόν για μια γλώσσα που ο σωστός της όρος είναι "Κοινή Νεοελληνική", μια κωδικοποιημένη δηλαδή γλώσσα, η οποία περιλαμβάνει στοιχεία που μας παραδόθηκαν από παλαιότερες μορφές της ελληνικής γλώσσας και στοιχεία νεότερα. Πρόκειται για τη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο ελληνικός λαός.
β) «στους σημερινούς
'Ελληνες υπάρχει γλωσσική πενία» 'Εγραψαν και γράφουν και σήμερα πολλοί πως οι Νεοέλληνες, και ιδίως οι νέοι, δε χρησιμοποιούν
σωστά τη γλώσσα ή ότι χρησιμοποιούν ένα πολύ μικρό αριθμό λέξεων και τυποποιημένων εκφράσεων για να επικοινωνήσουν, μερικές από τις οποίες μάλιστα αποκλίνουν από το τυπικό της επίσημης ελληνικής γλώσσας, όπως για παράδειγμα τη βρήκα, μου την έδωσε, μου άναψαν τα λαμπάκια κτλ.
'Ολη αυτή η φιλολογία δημιούργησε στον πολύ τον κόσμο και στους εκπαιδευτικούς μια εσφαλμένη, κατά τη γνώμη μου, αλλά αληθοφανή εντύπωση, σύμφωνα με την οποία οι σημερινοί Νεοέλληνες κατέχονται από μια υψηλού βαθμού "γλωσσική πενία" και πάσχουν, σύμφωνα με έκφραση άλλων, από "γλωσσική αφασία"· οι αιτίες αυτής της παθολογικής κατάστασης οφείλονται, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της ύπαρξης της γλωσσικής πενίας, στην κατάργηση της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής, στην καθιέρωση της κοινής νεοελληνικής και στην υποβαθμισμένη γλωσσική διδασκαλία. Πίσω βέβαια από όλες αυτές τις απόψεις βρίσκεται η αντίληψη της ομοιόμορφης και ομοιογενούς κωδικοποιημένης επίσημης γλώσσας, η οποία αποτελεί με τη σειρά της μια αληθοφάνεια, η οποία λόγω της ρυθμιστικής αντίληψης που κυριαρχεί στο σχολείο έχει στερεωθεί πολύ βαθιά στις συνειδήσεις μας. Αν όμως θέλουμε να αποκτήσουμε αληθογνωσία για το φαινόμενο αυτό, θα πρέπει να μάθουμε πως καμιά γλώσσα δεν είναι ομοιογενής· αυτό που χαρακτηρίζει τις φυσικές γλώσσες είναι η ποικιλότητα. Αυτό μπορεί εύκολα να το καταλάβει κανείς στην περίπτωση των γεωγραφικά προσδιοριζόμενων γλωσσικών ποικιλιών (διάλεκτοι, ιδιώματα). Μια ανάλογη ποικιλία υφίσταται όμως και σε ομόγλωσσες ομάδες, ποικιλία η οποία προσδιορίζεται από την κοινωνική, ηλικιακή, επαγγελματική κτλ. ομάδα, αλλά και από την περίσταση επικοινωνίας (ποιος μιλά; σε ποιον μιλά; για ποιο σκοπό; για ποιο θέμα μιλά; πότε; πού; κτλ.). Έτσι οι ομιλητές της σημερινής ελληνικής χρησιμοποιούν τη γλώσσα προσαρμόζοντάς την μορφολογικά, συντακτικά και λεξιλογικά στις απαιτήσεις της περίστασης επικοινωνίας, με αποτέλεσμα να αποκλίνουν από την επίσημη κωδικοποιημένη γλώσσα, η οποία αποτελεί μια μορφή της ελληνικής γλώσσας, κατάλληλης για ορισμένες περιστάσεις επικοινωνίας, όπως για παράδειγμα η σχολική έκθεση. Οι αποκλίσεις λοιπόν αυτές δίνουν τις αφορμές για να εκφραστεί ο λόγος περί "γλωσσικής πενίας" και "γλωσσικής αφασίας". Όπως όμως είδαμε οι αποκλίσεις αυτές είναι μέρος της γλώσσας και δεν αποτελούν λάθη.
γ) «η γλώσσα μας κινδυνεύει» Μια αληθοφάνεια που δημιουργήθηκε την τελευταία εικοσαετία και συνδέεται οπωσδήποτε με την αληθοφάνεια περί της "γλωσσικής πενίας" είναι αυτή που υποστηρίζει πως η γλώσσα μας κινδυνεύει από εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς· η αιτία εντοπίζεται στην αθρόα εισαγωγή ξένων λέξεων, κυρίως από την αγγλοαμερικάνικη, αλλά αποδίδεται και στην κατάργηση της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής, στην καθιέρωση της κοινής νεοελληνικής, στην αναποτελεσματική διδασκαλία της σημερινής γλώσσας και στη γλώσσα των Μ.Μ.Ε. Υποστηρίζεται ότι η νεοελληνική γλώσσα χάνει τις αντιστάσεις της και γίνεται έρμαιο στην κυριαρχία της αγγλοαμερικάνικης, με αποτέλεσμα, όπως εύσχημα αφήνεται να εννοηθεί στα κείμενα, να πάψουμε στο μέλλον να χρησιμοποιούμε την ελληνική γλώσσα. Η αληθοφάνεια αυτή εδράζεται στην αντίληψη, η οποία θεωρεί τη γλώσσα όχι μόνο ομοιόμορφη, αλλά και απαλλαγμένη από ξένα στοιχεία. Πρόκειται για την αντίληψη περί
"καθαρότητας" της γλώσσας, η οποία ταλαιπώρησε στο παρελθόν αρκετά τα γλωσσική μας ιστορία. Η ύπαρξη όμως μιας γλώσσας απαλλαγμένης από ξένα στοιχεία αποτελεί ουτοπία. Πουθενά στον κόσμο δεν υφίσταται μια τέτοια γλώσσα. Και η ελληνική στο παρελθόν έχει δανειστεί πάρα πολλά γλωσσικά στοιχεία από γλώσσες γειτονικές (π.χ. τούρκικα) ή γλώσσες κυρίαρχες (π.χ. γαλλικά) και δεν κινδύνεψε να χαθεί. Η ελληνική επίσης γνωρίζουμε όλοι ότι δάνεισε πάρα πολλά, κυρίως λεξιλογικά στοιχεία, σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες· καμία από αυτές δεν κινδύνεψε να χαθεί και ούτε βέβαια χάθηκε. Οι γλώσσες είναι σαν ζωντανοί οργανισμοί· δέχονται και αφομοιώνουν ό,τι είναι χρήσιμο σ΄ αυτές και αποβάλλουν ό,τι είναι άχρηστο. Η αληθογνωσία που μας δείχνει η Γλωσσολογία και ιδιαίτερα η ιστορία των γλωσσών είναι ότι καμία γλώσσα δε κινδυνεύει από την εισαγωγή ξένων γλωσσικών στοιχείων και καμία γλώσσα δε χάνεται όσο υφίσταται η ομάδα, το έθνος που τα μέλη του χρησιμοποιούν και καλλιεργούν με την εκπαίδευση αυτή τη γλώσσα. Η ελληνική λοιπόν γλώσσα δε κινδυνεύει όσο υπάρχει ελληνικό έθνος και όσο η ελληνική γλώσσα καλλιεργείται στο σχολείο.
δ) «το μονοτονικό δημιούργησε γλωσσική αναρχία» Μετά την καθιέρωση του μονοτονικού συστήματος γραφής στην εκπαίδευση και τη διοίκηση, το 1982, άρχισαν να έρχονται στο φως της δημοσιότητας κείμενα, στα οποία υποστηριζόταν ότι το μονοτονικό σύστημα δημιούργησε γλωσσική αναρχία και ότι με την καθιέρωσή του αποκόπηκε η ελληνική γλώσσα από τις ρίζες της. Ο λόγος αυτός δημιούργησε σε αρκετούς μια αληθοφανή εντύπωση περί της μη χρησιμότητας του μονοτονικού συστήματος στη γραπτή ελληνική γλώσσα. Τα επιχειρήματα όμως αυτά δεν μπορούν να θεωρηθούν σοβαρά για τους εξής λόγους: η απλοποίηση του τονικού συστήματος αφορά μόνο το γραπτό λόγο και δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να επηρεάσει τον προφορικό λόγο των Ελλήνων. Αλλά ούτε το γραπτό λόγο μπορεί να επηρεάσει, γιατί τα τονικά σημάδια του πολυτονικού δεν είχαν καμιά λειτουργική αξία· τη μόνη πιθανόν αξία που είχαν ήταν η αισθητική της ελληνικής γραφής. Και το δεύτερο επιχείρημα στερείται σοβαρότητος, τη στιγμή που γνωρίζουμε ότι τα τονικά σημάδια δεν αποτελούσαν στοιχεία που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι
'Ελληνες στο γραπτό τους λόγο. Αυτά εφευρέθηκαν πολύ αργότερα, κατά την ελληνιστική περίοδο, όταν έπαψε η αρχαία ελληνική να έχει την προφορά και την προσωδία της αρχαίας ελληνικής των κλασικών χρόνων. Η συμβολή λοιπόν της κατάργησης του πολυτονικού συστήματος ήταν μόνο θετική, γιατί απάλλαξε τους μαθητές από την απομνημόνευση κανόνων, οι οποίοι ούτε παιδευτική αξία είχαν και μάλλον περιέπλεκαν τα πράγματα της γλωσσικής διδασκαλίας. Όσον αφορά τη γλωσσική αναρχία, αυτή, κι αν ακόμη δεχτούμε ότι υφίσταται, δεν μπορεί να οφείλεται στην καθιέρωση του μονοτονικού. Η αληθογνωσία λοιπόν που επιβάλλεται να έχουμε γι’ αυτό το θέμα είναι πως η καθιέρωση του μονοτονικού δεν επηρέασε με κανένα τρόπο αρνητικά την ελληνική γλώσσα.
ε) «η σωστή ελληνική γλώσσα είναι αυτή που περιγράφεται στα επίσημα σχολικά εγχειρίδια (Γραμματική και Συντακτικό) και στα λεξικά (δεν υπάρχει επίσημο λεξικό της ελληνικής γλώσσας)»
'Εχει δημιουργηθεί σε όλους τους 'Ελληνες η αληθοφανής αντίληψη -και σ’ αυτό βέβαια μεγάλη ευθύνη φέρει το σχολείο- ότι τα σχολικά εγχειρίδια της Γραμματικής και του Συντακτικού, καθώς και το Χι ή Ψι μεγάλο λεξικό καταγράφουν όλα τα μορφοσυντακτικά και λεξιλογικά στοιχεία της γλώσσας μας και ότι μπορούμε να βρούμε απάντηση σ’ αυτά για οποιοδήποτε γλωσσικό πρόβλημα αντιμετωπίσουμε. Αυτό όμως αποτελεί αληθοφάνεια και ίσως πολλοί από σας, όσοι ασκείτε το καθήκον της διαπαιδαγώγησης των Ελληνόπουλων, να το έχετε διαπιστώσει. Και είναι αληθοφάνεια για τους εξής απλούς λόγους: η επίσημη Γραμματική και το επίσημο Συντακτικό αποτελούν σχολικά εγχειρίδια που έχουν ως κύριο σκοπό να ρυθμίσουν τη γλώσσα μας, να διδάξουν δηλαδή στους μαθητές μια επίσημη κωδικοποιημένη γλώσσα, την οποία παρουσίασε καταρχήν ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης και ο Αχιλλέας Τζάρτζανος και στη συνέχεια μια επιτροπή που χρησιμοποίησε ως κριτήρια κυρίως τη συχνότητα εμφάνισης αλλά και τη χρήση από τους δόκιμους
'Ελληνες λογοτέχνες. Πρόκειται δηλαδή για μια επιλογή ορισμένων γλωσσολόγων με σκοπό τη σύνταξη ενός εγχειριδίου χρήσιμου στη διδακτική πράξη. Το ότι τα εγχειρίδια αυτά δεν είναι πλήρη έχει επισημανθεί κατά καιρούς.
'Ηδη από το 1976 ο τότε Υπουργός Παιδείας κ. Γ. Ράλλης εντόπισε τις αδυναμίες της Γραμματικής και είπε ότι η αναπροσαρμογή της και η εισαγωγή της στην εκπαίδευση αποτελεί μια λύση προσωρινή.
'Οσον αφορά το λεξικό της νεοελληνικής, παρά τις πολύ καλές εκδόσεις λεξικών κατά την τελευταία δεκαετία (Τεγόπουλου-Φυτράκη, Κριαρά) δεν έχουμε ένα πλήρες -όσο μπορεί ένα λεξικό να είναι πλήρες- λεξικό κατά τα πρότυπα του λεξικού της Οξφόρδης για την αγγλική ή του Λαρούς για τη γαλλική. Λείπουν από τα λεξικά μας, εκτός από το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν ορισμένες επαγγελματικές και κοινωνικές ομάδες, η φωνητική καταγραφή και οι λεπτές σημασίες κάθε λέξης. Η αληθογνωσία λοιπόν είναι η εξής: τα θεωρούμενα ως επαρκή βοηθήματα της ελληνικής γλώσσας δεν είναι πλήρη ούτε μπορούν να αποτελέσουν ασφαλή εργαλεία για τη χρήση της ελληνικής γλώσσας.
Δεύτερη κατηγορία: αληθοφάνειες που αφορούν τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας.
α) «η διδασκαλία της Γραμματικής αποτελεί βασική προϋπόθεση για την καλή χρήση της γλώσσας» Μετά το 1984-1985, οπότε ολοκληρώθηκε η έκδοση των σχολικών βιβλίων
"Η γλώσσα μου", στα οποία αντιμετωπίζεται η διδασκαλία της Γραμματικής και του Συντακτικού με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που αντιμετωπιζόταν έως τις αρχές της δεκαετίας του 1980, θεωρήθηκε ότι δε διδάσκεται πλέον η Γραμματική και το Συντακτικό στους μαθητές του Δημοτικού, και επομένως τα παιδιά δε μαθαίνουν τη γλώσσα τους. Η συζήτηση αυτή κράτησε για πολλά χρόνια και κρατά ακόμη -βέβαια σε χαμηλότερους τόνους- με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σε πολλούς γονείς και εκπαιδευτικούς η αληθοφανής εντύπωση ότι η γλώσσα μαθαίνεται μόνο με τη διδασκαλία της Γραμματικής και του Συντακτικού και με την καλή γνώση των κανόνων και της γραμματικής μεταγλώσσας. Αυτή η αντίληψη αποτελεί μια αληθοφάνεια και όχι αληθογνωσία, γιατί το μάθημα της μητρικής γλώσσας δεν είναι γνωστικό μάθημα· είναι περισσότερο μάθημα καλλιέργειας των υφιστάμενων γλωσσικών δεξιοτήτων του ατόμου και μόνο έτσι θα πρέπει να αντιμετωπίζεται. Τους κανόνες της Γραμματικής και του Συντακτικού το άτομο τους εσωτερικεύει μέσα από την επαφή του με την περιβάλλουσα κοινωνία και έτσι μπορεί να τους χρησιμοποιεί. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των παιδιών της προσχολικής ηλικίας, τα οποία χωρίς να μάθουν γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες χρησιμοποιούν τη μητρική τους γλώσσα εφαρμόζοντας τους κανόνες της. Βέβαια δεν υποστηρίζω την κατάργηση της διδασκαλίας της Γραμματικής και του Συντακτικού της ελληνικής γλώσσας, αλλά υποστηρίζω ότι θα πρέπει να διδάσκεται μέσα από τη χρήση της γλώσσας και με κύριο σκοπό την κατανόηση της λειτουργίας των γλωσσικών φαινομένων και όχι με απομνημόνευση γραμματικών μορφών και δομικών σχημάτων.
Η γλωσσογνωσία λοιπόν που θα πρέπει να αποκτηθεί είναι ότι η παραδοσιακή διδασκαλία της Γραμματικής δε συμβάλλει πολύ στη γλωσσική καλλιέργεια· χρειάζεται η διδασκαλία της Γραμματικής, αλλά θα πρέπει να γίνεται με ένα τρόπο συμβατό προς το φυσικό τρόπο εκμάθησης της γλώσσας.
β) «με τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής οι μαθητές θα μάθουν καλύτερα τη νέα ελληνική» Είναι γνωστό σε όλους μας ότι το 1976 παράλληλα με την καθιέρωση της Κοινής Νεοελληνικής στην εκπαίδευση και τη διοίκηση καταργείται και η διδασκαλία του μαθήματος των αρχαίων ελληνικών στο Γυμνάσιο. Μολονότι δεν υπήρξαν αρχικά έντονες αντιδράσεις στην απόφαση αυτή, μετά το 1986, βοηθούντος και του τότε Υπουργού Παιδείας κ. Αντώνη Τρίτση, άνοιξε το θέμα της επαναφοράς της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στο Γυμνάσιο και ακόμα και στο Δημοτικό με κυρίαρχο επιχείρημα ότι έτσι θα μάθουν οι μαθητές μας καλύτερα την νέα ελληνική γλώσσα. Η δημόσια συζήτηση του θέματος αυτού έφερε δύο αποτελέσματα: το ένα ήταν η δημιουργία στην κοινή γνώμη μιας αληθοφανούς εντύπωσης, σύμφωνα με την οποία η εκμάθηση της αρχαίας ελληνικής αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εκμάθηση και καλή χρήση της νέας ελληνικής· το δεύτερο αποτέλεσμα, που ήταν απόρροια του πρώτου, ήταν η εισαγωγή της διδασκαλίας των παλαιότερων μορφών της ελληνικής γλώσσας. Δε θα συζητήσω εδώ το δεύτερο αποτέλεσμα· θα σταθώ στο πρώτο, που αποτελεί κατά τη γνώμη μου και την αληθοφάνεια. Είναι αληθοφάνεια, γιατί η αρχαία ελληνική και οποιαδήποτε άλλη παλαιότερη μορφή της ελληνικής γλώσσας -πριν από την Τουρκοκρατία- είναι μορφές που διαφέρουν τουλάχιστον μορφολογικά, συντακτικά και εν μέρει και λεξιλογικά από τη νέα ελληνική. Οπότε δεν μπορεί λογικά η διδασκαλία και η εκμάθηση της αρχαίας ελληνικής, με όποιο τρόπο και να γίνει, να βελτιώσει τη χρήση της νέας ελληνικής· εκείνο που μπορεί να γίνει, αν θέλουμε να βελτιώσουμε τη χρήση της νέας ελληνικής από τους μαθητές, είναι η εντατικοποίηση -ποσοτική και ποιοτική- της διδασκαλίας της νέας ελληνικής και, αν θέλουμε μια γόνιμη επαφή των μαθητών με παλαιότερες μορφές της ελληνικής γλώσσας, τη διδασκαλία λέξεων της αρχαίας μέσω της νέας ελληνικής. Αποτελεί επίσης αληθοφάνεια η αντίληψη περί της χρησιμότητας της αρχαίας ελληνικής στην εκμάθηση της νέας ελληνικής, γιατί δε μαθαίνει κανείς τη γλώσσα του έμμεσα. Η άποψή μου είναι -και ίσως αυτό θα το έδειχνε κάποια έρευνα- ότι οι μαθητές δεν έχουν να κερδίσουν τίποτε με τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής και των παλαιότερων μορφών της ελληνικής· ίσως να μάθουν κάποιες λέξεις. Είναι απαραίτητο όμως να θυσιαστούν τόσες ώρες διδασκαλίας για κάποιες λέξεις, οι οποίες θα ήταν δυνατό να γίνουν κτήμα των μαθητών με τη διδασκαλία της νέας ελληνικής;
Η γλωσσογνωσία λοιπόν είναι ότι η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών δεν προσφέρει τίποτε σημαντικό όσον αφορά τη γλωσσική καλλιέργεια· το μόνο σημαντικό που προσφέρει ίσως είναι η γνωριμία με έναν πολιτισμό αξιόλογο. Κι αυτό μπορεί -και πρέπει να γίνεται- μέσα από μεταφράσεις σε σύγχρονη νεοελληνική γλώσσα, πράγμα που θα βοηθήσει και στην καλλιέργεια της νέας ελληνικής.
γ) «πρότυπα κείμενα για τη διδασκαλία της νεοελληνικής γλώσσας είναι τα κείμενα της λογοτεχνίας» Το ζήτημα της επιλογής των κειμένων για τη διδασκαλία της γλώσσας αποτελούσε και αποτελεί πάντα ένα σημείο τριβής, γύρω από το οποίο επικεντρώνεται συχνά μια δημόσια συζήτηση· και αυτό είναι εν μέρει φυσικό, αφού κάθε κείμενο αντιπροσωπεύει κάποια ιδεολογία, προς την οποία δεν είναι δυνατό να ομονοήσουν όλα τα μέλη μιας κοινωνίας. Η συζήτηση όμως και η κριτική επικεντρώνεται συνήθως στο περιεχόμενο του κειμένου (ή των κειμένων) και σε σπάνιες περιπτώσεις σε ορισμένα λεξιλογικά στοιχεία. Μετά το 1976 οι αναμορφώσεις των Προγραμμάτων γλωσσικής διδασκαλίας -τουλάχιστον στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο- που πραγματοποιήθηκαν, συμπεριέλαβαν και την αντικατάσταση των κειμένων που περιείχαν τα προηγούμενα διδακτικά εγχειρίδια του μαθήματος.
'Ετσι το βασικό ιδεολογικό τρίπτυχο που κυριαρχούσε στα Αναγνωστικά του Δημοτικού
"Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια" αντικαταστάθηκε από κείμενα
«που κινούνται μέσα στην πολιτισμική μας παράδοση και τη δημοκρατική βιοθεωρία, με επίκεντρο τη ζωντανή νεοελληνική πραγματικότητα, όπως την εννοούσε ο Δελμούζος, και ευρύτερο πλαίσιο τη ζωή και τον πολιτισμό της παγκόσμιας κοινότητας»
(Βλ. Αρ. Βουγιούκας. Τα νέα Αναλυτικά Προγράμματα και τα Βιβλία.- Αθήνα: ΔΟΕ, 1984-1985, σ. 29). Πάντως παρά τις σημαντικές αλλαγές που έγιναν στο μάθημα της γλωσσικής διδασκαλίας κατά τη διάρκεια της εικοσαετίας, τα κείμενα των εγχειριδίων του μαθήματος προέρχονται από τη λογοτεχνία ή κυρίως από τη λογοτεχνία. Ποτέ δεν υπήρξε κάποια σοβαρή πρόταση για εκμετάλλευση μη λογοτεχνικών κειμένων. Η πραγματικότητα αυτή δεν είναι άσχετη από την κυριαρχία μιας αληθοφάνειας, με την οποία έχει εμποτιστεί όχι μόνο η ελληνική κοινωνία αλλά και οι σχεδιαστές και συντάκτες των Προγραμμάτων διδασκαλίας της νεοελληνικής γλώσσας. Σύμφωνα μ’ αυτήν τα μόνα κείμενα που αποτελούν πρότυπα κείμενα για τους μαθητές είναι τα κείμενα της λογοτεχνίας.
Δεν αμφιβάλλει κανείς πως ο σύγχρονος γραπτός ελληνικός λόγος περιέχει άριστα δείγματα, που προέρχονται από δόκιμους συγγραφείς, είτε λογοτέχνες είτε επιστήμονες είτε δοκιμιογράφους. Ο σκοπός όμως της γλωσσικής διδασκαλίας δεν είναι να εξοικειώσει τους μαθητές μόνο με κείμενα λογοτεχνικά και επιστημονικά, αλλά να τους εξοικειώσει και με κείμενα χρηστικά, με τα οποία διεξάγεται η καθημερινή επικοινωνία. Τέτοια κείμενα είναι αυτά που βρίσκουμε στα έντυπα ευρείας κυκλοφορίας (εφημερίδες, περιοδικά κτλ.), στα έγγραφα της δημόσιας διοίκησης, στα διαφημιστικά έντυπα, στις διαμαρτυρίες, αναφορές, οδηγίες κτλ.
'Ισως από πολλούς υποστηριχθεί ότι η εξοικείωση με τα πρότυπα κείμενα θα κάνει ικανούς τους μαθητές και στη χρήση χρηστικών κειμένων. Αυτό όμως είναι αδύνατο, γιατί κάθε είδος κειμένων έχει τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (μορφολογικά, συντακτικά, υφολογικά κτλ.), που το διακρίνει από τα άλλα είδη, του δίνει οντότητα και μόνο στα πλαίσια αυτού του είδους γίνεται κατανοητό το περιεχόμενό τους. Επομένως, η αληθογνωσία που πρέπει να κυριαρχεί στη γλωσσική διδασκαλία της νεοελληνικής γλώσσας είναι πως δεν υπάρχουν πρότυπα κείμενα μόνο λογοτεχνικά ή μόνο επιστημονικά· πρότυπο είναι κάθε κείμενο που χαρακτηρίζεται από συνάφεια και συγκρότηση, σαφήνεια και συμβατότητα προς τα χαρακτηριστικά του είδους που αντιπροσωπεύει.
δ)
«Η διδασκαλία της νεοελληνικής γλώσσας θα πρέπει να γίνεται με βάση ένα και μοναδικό εγχειρίδιο, κοινό για όλους τους μαθητές» Η για πολλά χρόνια χρήση ενός ενιαίου και μοναδικού εγχειριδίου για τα μαθήματα που διδάσκονται στο σχολείο έχει εδραιώσει την αντίληψη ότι έτσι επιτυγχάνεται μια αποτελεσματική διδασκαλία και δίνονται ίσες ευκαιρίες μάθησης σε όλους τους μαθητές. Η αντίληψη όμως αυτή αποτελεί μια αληθοφανή εντύπωση. Αν αυτό μπορεί να ισχύσει για άλλα μαθήματα γνωστικά, δεν μπορεί και δεν πρέπει να ισχύσει για το μάθημα της νεοελληνικής γλώσσας, γιατί το μάθημα της μητρικής γλώσσας δεν είναι γνωστικό μάθημα· είναι ένα μάθημα, το οποίο πρέπει να στοχεύει στην καλλιέργεια ήδη αποκτημένων γλωσσικών δομών, και με την έννοια αυτή δεν μπορεί οι αποκτημένες δομές να είναι ίδιες για όλα τα παιδιά. Το εγχειρίδιο γλωσσικής διδασκαλίας θα πρέπει επομένως να είναι προσαρμοσμένο στο γλωσσικό επίπεδο των μαθητών, κάτι που δεν μπορεί να γίνει με ένα εγχειρίδιο, που στην καλύτερη των περιπτώσεων απευθύνεται στο μέσο όρο των μαθητών, έννοια η οποία αποτελεί ουτοπία. Εκτός αυτού, για να υπάρξει αποτελεσματική γλωσσική καλλιέργεια είναι απαραίτητη η ύπαρξη ενδιαφέροντος από τους μαθητές, κάτι που δεν μπορεί να εξασφαλιστεί με ένα κοινό και ενιαίο εγχειρίδιο, το οποίο περιέχει κείμενα που μπορεί να ενδιαφέρουν μια μερίδα των μαθητών και γλωσσικές ασκήσεις, οι οποίες για άλλους μαθητές είναι πολύ δύσκολες και για άλλους πολύ εύκολες.
Ποια όμως -θα αναρωτηθεί κανείς- είναι η αληθογνωσία που θα συμβάλει στη λύση αυτού του προβλήματος; Η απάντησή μου εδώ είναι η ακόλουθη: κατάργηση του ενός εγχειριδίου και αντικατάσταση των μαθημάτων με δραστηριότητες γλωσσικής καλλιέργειας, ευέλικτες, επικοινωνιακές και πολυεπίπεδες.
ε) «γλώσσα διδασκαλίας θα πρέπει να είναι η κωδικοποιημένη νεοελληνική γλώσσα» Η προεπιστημονική τάση της αξιολόγησης των γλωσσικών μορφών και των γλωσσών που κυριαρχεί στις δυτικού τύπου κοινωνίες είναι διάχυτη και στην ελληνική κοινωνία. Σύμφωνα με αυτήν θεωρείται ιδανική μορφή της γλώσσας η κωδικοποιημένη από τα επίσημα γλωσσικά εγχειρίδια, ενώ οι παρεκκλίσεις από την κωδικοποιημένη αυτή μορφή αντιμετωπίζονται ως κατώτερης ποιότητας γλωσσικές μορφές. Η τάση αυτή που κυριάρχησε στο ελληνικό σχολείο σε έντονο βαθμό στο παρελθόν συνεχίζει και σήμερα την κυριαρχία της.
'Ολοι οι μαθητές θα πρέπει να προσαρμόζουν το λόγο τους, πρωτίστως το γραπτό και δευτερευόντως τον προφορικό, σ’ αυτήν την κωδικοποιημένη μορφή.
'Ετσι περνά στο σχολείο η αντίληψη περί της ύπαρξης μιας ομοιογενούς νεοελληνικής γλώσσας, η οποία όμως αποτελεί μια αληθοφάνεια. Και είναι αληθοφάνεια, γιατί, όπως είναι γνωστό όχι μόνο από την Κοινωνιογλωσσολογία αλλά και από την καθημερινή μας εμπειρία, η γλώσσα δεν είναι ομοιογενής· χαρακτηρίζεται από μια ποικιλότητα, η οποία εκτός από γεωγραφική είναι και κοινωνική. Κάθε μορφή και κάθε είδος λόγου έχει τα δικά του μορφοσυντακτικά, σημασιολογικά, ακόμη και φωνητικά χαρακτηριστικά, τα οποία, όταν χρησιμοποιούνται στην κατάλληλη περίσταση επικοινωνίας, όχι μόνο δε συγκροτούν λανθασμένες εκφορές αλλά τουναντίον συμβάλλουν στην αποτελεσματικότητα της επικοινωνίας.
'Ετσι η αληθογνωσία που πρέπει να κυριαρχεί είναι ότι η εκμάθηση της κωδικοποιημένης νεοελληνικής γλώσσας αποτελεί προϋπόθεση για την απόκτηση ενός βαθμού γλωσσικής επάρκειας, αλλά η απόκτηση υψηλού βαθμού επικοινωνιακής ικανότητας απαιτεί και εξοικείωση με διάφορες μορφές λόγου που παρεκκλίνουν από την κωδικοποιημένη γλώσσα, αλλά είναι εν χρήσει από τους ομιλητές της νεοελληνικής γλώσσας.
Η εικοσαετία που πέρασε υπήρξε μια περίοδος κατά την οποία η ζωντανή νεοελληνική γλώσσα έζησε στη
"νομιμότητα". Το πέρασμά της όμως από την
"παρανομία" στη "νομιμότητα" έδωσε την αφορμή να εμφανιστούν -ή να επανεμφανιστούν- κάποιες αληθοφάνειες που δίνουν μια εσφαλμένη εντύπωση για τη γλώσσα μας και τη διδασκαλία της. Κάποιος ορθολογισμός και κάποιος απεγκλωβισμός από τα κυρίαρχα σχήματα που κυριάρχησαν στη διδασκαλία των κειμένων της κλασικής αρχαιότητας θα μας επιτρέψει να δούμε ποια είναι η αληθογνωσία για τη γλώσσα· και ίσως τότε να προσεγγίσουμε τη γλώσσα μας και τη διδασκαλία της με μεγαλύτερη γνώση και νηφαλιότητα. Η εισήγησή μου είχε ακριβώς αυτόν το σκοπό. Αν πέτυχα να προβληματίσω ορισμένους από σας, θεωρώ πως η εισήγησή μου πέτυχε το σκοπό της.
Ο κ. Σωφρόνης Χατζησαββίδης είναι Αν. Καθηγητής
του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
|